Τσίπρας: «Έτσι κερδίσαμε τη στήριξη Πούτιν»

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Την απόλυτη ικανοποίησή τους από τη στάση της ΕΕ απέναντι στην Άγκυρα –μιλούν για «ξεκάθαρη καταδίκη»– εκφράζουν στο Μαξίμου, περιμένοντας τώρα η πίεση να συνεχιστεί και προσωπικώς στο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Τουρκίας που είναι προγραμματισμένη για τη Δευτέρα στη Βάρνα.

Το ρόλο του «κακού μπάτσου» αναμένεται να αναλάβουν ο Ντόναλντ Τουσκ κι ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, οι οποίοι θα θέσουν και θέμα άμεσης απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων αξιωματικών.

Άλλωστε, πλέον και η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι διμερές, ζητώντας και παίρνοντας τη βοήθεια τόσο της ΕΕ όσο και της Ρωσίας.

Κυβερνητικές πηγές, μάλιστα, εστιάζουν, σε συνομιλία τους με το www.politik.gr, στο ότι η γείτονας θα βρίσκεται από εδώ και πέρα στο ραντάρ στενής παρακολούθησης των Βρυξελλών και πως, αν συνεχίσει την επιθετική της συμπεριφορά, τότε θέτει σε άμεσο κίνδυνο όχι μόνο την ενταξιακή της πορεία, αλλά και τη χρηματοδότησή της για την αντιμετώπιση του Προσφυγικού.

Οι ίδιες πηγές, εξάλλου, διευκρινίζουν ότι η ισορροπημένη στάση που επέλεξε να κρατήσει ο Αλέξης Τσίπρας, ως προς τις κατηγορίες που βαρύνουν τη Ρωσία για τη δηλητηρίαση του πρώην κατασκόπου της στη Μεγάλη Βρετανία, απόδωσαν καρπούς.

Κι αυτό γιατί ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεσμεύτηκε στον Έλληνα πρωθυπουργό να θέσει ζήτημα τουρκικής προκλητικότητας στον Τούρκο ομόλογό του κατά την προσεχή συνάντησή τους στις 3 Απριλίου στην Κωνσταντινούπολη.

Σε αυτό το πλαίσιο, ηχηρό συμβολισμό περιέχει και η παρουσία του κ. Τσίπρα στα Ψαρά –υπενθύμιση και της μεγάλης καταστροφής την οποία υπέστησαν από τους Τούρκους το 1824– την Κυριακή για τον εορτασμό της εθνικής παλιγγενεσίας της 25ης Μαρτίου.

Όσον αφορά το Μακεδονικό, κυβερνητικοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι ο Νίκος Κοτζιάς δεν παρεξέκλινε ούτε πόντου από την εθνική «κόκκινη γραμμή» κατά τις συζητήσεις που είχε και συνεχίζονταν το απόγευμα της Παρασκευής στα Σκόπια.

Ειδικότερα ως προς το Σύνταγμα του βόρειου γείτονα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών τόνισε στην άλλη πλευρά πως πολλές φορές τα εθνικά δικαστήρια σε κάθε χώρα δεν αναγνωρίζουν την προτεραιότητα του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου έναντι του εθνικού.

Γι’ αυτό και κρίνεται ως απαραίτητη η διασφάλιση μέσω της συνταγματικής αλλαγής, κι όχι μόνο με μια διεθνή σύμβαση, τόσο για την ονομασία erga omnes όσο και για τις αλυτρωτικές αναφορές.