Αιχμές Βερβεσσού για τον διορισμό της Βασιλικής Θάνου

«Καρφιά» του προέδρου του ΔΣΑ, Δημ. Βερβεσσού, για τον διορισμό της πρωθυπουργικής συμβούλου, πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου, στην προεδρία της Επιτροπής Ανταγωνσιμού.

«Η δυνατότητα διορισμού συνταξιούχων δικαστών, ή δικαστών που παραιτούνται, σε κρατικές θέσεις -υπουργικές, παρά τω πρωθυπουργώ, ή επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών, όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού- μπορεί να δημιουργήσει ενδεχομένως, πεδίο υστερόβουλων σκέψεων.

Έχει έρθει νομίζω η ώρα να δημιουργηθούν τα κατάλληλα θεσμικά αντίβαρα που θα επιτρέψουν την περιφρούρηση του κύρους του δικαστικού λειτουργήματος. Η υπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, ακόμη και ως μελλοντική δυνατότητα, είναι ασύμβατη με το κύρος που πρέπει να περιβάλλει το δικαστικό λειτούργημα».

Αυτό υποστήριξε ο κ. Βερβεσσός, μεταξύ πολλών άλλων, στον χαιρετισμό που απηύθυνε κατά την Ετήσια Γενική Συνέλευση Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων .

Και συμπλήρωσε σχετικά ο κ. Βερβεσσός «η αντικατάσταση του κριτηρίου της επετηρίδας με την προαγωγή κατ’ αξίαν, θα αναβαθμίσει και δεν θα υπονομεύσει το κύρος της Δικαιοσύνης. Η προαγωγή με μοναδικό κριτήριο την επετηρίδα δεν ποιεί τιμή στους πολλούς και άξιους δικαστικούς λειτουργούς, το έργο των οποίων πρέπει να επιδοκιμάζεται και να αναγνωρίζεται».

Αναλυτικά όλη η ομιλία του:

«Στο σύγχρονο κράτος δικαίου, αποστολή αλλά και ευθύνη των δικαστικών λειτουργών είναι η προάσπιση του κράτους δικαίου και η αποφασιστική συμβολή στην κατίσχυση της έννομης τάξης, η αποτελεσματική δικαστική προστασία κάθε πολίτη και η διαφύλαξητων θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Δυστυχώς, στην σημερινή εποχή, η εμπιστοσύνη του πολίτη στη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται καθημερινά. Κι εδώ ακριβώς συναντώνται, κατά το θεσμικό τους ρόλο Δικαστές και Δικηγόροι. Ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης συνιστούν, και οι δύο, θεμελιώδειςάξονες της απονομής της. Δεν είναι αντίπαλοι που μάχονται σε διαφορετικά στρατόπεδα. Δικαστές και δικηγόροι (οφείλουν να) υπερασπίζονται τις αρχές του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Και ασφαλώς, μοιράζονται την αγωνία για τη δίκαιη κρίση. Ως κοινή αρχή του λειτουργήματός τους προβάλλει, λοιπόν, η προστασία της ανεξαρτησίας τους. Της ανεξαρτησίας που είναι σύμφυτη με την ίδια την έννοια της Δικαιοσύνης και απαιτεί απόλυτο σεβασμό στον θεσμικό ρόλο του καθενός.

Με δεδομένο ότι η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει ανοίξει και η σχετική Κοινοβουλευτική διαδικασία είναι εν εξελίξει, οι συλλογικοί φορείς που εκπροσωπούν το νομικό κόσμο έχουννομίζω χρέος να τοποθετηθούν υπεύθυνα και τολμηρά, ώστε να αναχθούν στο ανώτατο επίπεδο της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου οι αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις για την αναβάθμιση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Ο γόνιμος διάλογος και η σύγκλιση απόψεων μεταξύ δικαστικού και δικηγορικού σώματος θα συμβάλουν ώστε η νομική κοινότητα να αποκτήσει ισχυρό λόγο κατά την αναθεωρητική διαδικασία.

Η γενική μας στόχευση, πρέπει να είναι, νομίζω, διττή:

-αφ’ ενός η «αποπολιτικοποίηση» των σχέσεων της δικαστικής εξουσίας με τις άλλες δύο εξουσίες, οι οποίες πια συγκλίνουν στο πλαίσιο του ιδιότυπου επικρατούντος συστήματος «νομοθετούσας κυβέρνησης», και

-αφ’ ετέρου η πλήρης απεξάρτηση της Δικαιοσύνης από πάσης φύσεως «εστίες εξουσίας» (κατά την προσφυά διατύπωση του Bettermann).

Για να πετύχουμε τους στόχους αυτούς χρειάζεται στάση ευθύνης απ’ όλους:

-Οι δικαστικοί λειτουργοί, έχουν χρέος να διαφυλάξουν το αυτεξούσιον της δικαστικής λειτουργίας, μακριά από κάθε είδους παρεμβάσεις και εξαρτήσεις. Μακριά από πολιτικά παίγνια, ή άλλες σκοπιμότητες. Τούτο απαιτεί κατ’ ανάγκη αυστηρή ουδετερότητα και αμεροληψία, αλλά και θωράκιση της δικανικής κρίσης, -κατά τη συνταγματική επιταγή- με πλήρη, επαρκή και πειστική αιτιολογία.

-Η πολιτική εξουσία έχει χρέος να θεσπίσει κατάλληλα θεσμικά αντικίνητρα, τα οποία θα αποτρέπουν τόσο τις περιπτώσεις αθέμιτης διασταύρωσης της δικαστικής με την πολιτική εξουσία όσο και τις πιθανές υπόνοιες για «συνάντηση» των δύο λειτουργιών.

-Οι δικηγόροι, συλλειτουργοί της δικαιοσύνης, έχουν χρέος την διαρκή επαγρύπνηση αλλά και την κινητοποίηση των κατάλληλων θεσμικών μηχανισμών για την υπεράσπιση των δικαιοκρατικών και δημοκρατικών αρχών και την διασφάλιση του δικαστικής ανεξαρτησίας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

Με αφετηρία τις σκέψεις αυτές, θέλω να διατυπώσω πιο εξειδικευμένες προτάσεις, που ίσως θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναυσμα συζήτησης και στο πλαίσιο του πλέον αντιπροσωπευτικού οργάνου των δικαστικών λειτουργών:

1. Αποτελεί, νομίζω, κοινή πεποίθηση του νομικού κόσμου ότι η πολιτική ευχέρεια επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο υπονομεύει εν τοις πράγμασιν το αυτεξούσιον της δικαστικής εξουσίας. Δεν θέλω να σας κουράσω με ειδικότερες προτάσεις επ’ αυτού. Έχουν ήδη διατυπωθεί, και μέσα στους κόλπους των δικαστών και των δικηγόρων, πολλές και ενδιαφέρουσες. Το κρίσιμο είναι η απομάκρυνση από το υφιστάμενο στρεβλό πρότυπο.

2. Η δυνατότητα διορισμού συνταξιούχων δικαστών, ή δικαστών που παραιτούνται, σε κρατικές θέσεις -υπουργικές, παρά τω πρωθυπουργώ, ή επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών, όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού- μπορεί να δημιουργήσει ενδεχομένως, πεδίο υστερόβουλων σκέψεων. Έχει έρθει νομίζω η ώρα να δημιουργηθούν τα κατάλληλα θεσμικά αντίβαρα που θα επιτρέψουν την περιφρούρηση του κύρους του δικαστικού λειτουργήματος. Η υπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, ακόμη και ως μελλοντική δυνατότητα, είναι ασύμβατη με το κύρος που πρέπει να περιβάλλει τοδικαστικό λειτούργημα.

3. Εν γνώσει του πιθανού αντιλόγου, τολμώ να διατυπώσω την θέση ότι η αντικατάσταση του κριτηρίου της επετηρίδας με την προαγωγή κατ’ αξίαν, θα αναβαθμίσει και δεν θα υπονομεύσει το κύρος της Δικαιοσύνης. Η προαγωγή με μοναδικό κριτήριο την επετηρίδα δεν ποιεί τιμή στους πολλούς και άξιους δικαστικούς λειτουργούς, το έργο των οποίων πρέπει να επιδοκιμάζεται και να αναγνωρίζεται. Άλλωστε, η πλουσιότατη νομολογία σχετικά με την αρχή της αξιοκρατίας στις προαγωγές και τις πάσης φύσεως αξιολογικές κρίσεις στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, που με δικές σας αποφάσεις έχει διαμορφωθεί, δεν μπορεί να είναι μόνο εξωστρεφής, και να μην είναι ενδοστρεφής.

4. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου χρειάζεται νομίζω ριζική αναθεώρηση ο τρόπος διεξαγωγής της επιθεώρησης, ώστε -με συγκεκριμένα και μετρήσιμα μεγέθη- να αξιολογείται η ορθότητα της δικανικής κρίσης, η ουσιαστική γνώση, η καλλιέργεια και το ήθος του δικαστικού λειτουργού, που αποτελούν και τη λυδία λίθο τηςπραγματικής ανεξαρτησίας της γνώμης του.

Ως θεσμικός εκπρόσωπος του δικηγορικού σώματος αισθάνομαι την ανάγκη να αναφερθώ στο ρόλο του δικηγόρου στο δικαστικό οικοδόμημα. Το δικηγορικό σώμα, κατά την θεσμική του λειτουργία, συγκροτεί βασικό και αναγκαίο πυλώνα του δικαστικού συστήματος. Τούτο ρητώς προβλέπει ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 2 ΚωδΔικ): Οι δικηγόροι εκ του νόμου είναι συλλειτουργοί της δικαιοσύνης. Η θέση τους είναι θεμελιώδης, ισότιμη , ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της. Η διάταξη αυτή του Κώδικα Δικηγόρων δεν είναι ευχολόγιο. Είναι δεσμευτικός κανόνας δικαίου που πρέπει να γίνεται σεβαστός από όλους, και πρωτίστως από τους δικαστές. Αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, την κατίσχυση του κράτους δικαίου και την εμπέδωση σχέσεων αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ δικαστών και δικηγόρων. Σκοπός μας είναι, πάνω απ’ όλα, να χτίσουμε σχέσεις ειλικρίνειας. Και μάλιστα όχι γιατί το επιβάλλει ή το υποδεικνύει ο νόμος, αλλά πρωτίστως από εσωτερικό σεβασμό, «δια δέος», όπως λέγει στον «Επιτάφιο», δια στόματος Περικλέους, ο Θουκυδίδης.

Οι επιδιώξεις μας για την ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης είναι ομόρροπες. Πιστεύουμε στην άθροιση δυνάμεων και όχι στις διαιρέσεις. Για να το πετύχουμε οφείλουμε να απομονώσουμε και να καταδικάσουμε τις καταχρηστικές συμπεριφορές από όπου και αν προέρχονται. Είτε πρόκειται για ανεπίτρεπτη ταύτιση των δικηγόρων με τους εντολείς τους από δικαστές, είτε για αντιδεοντολογικές συμπεριφορές δικηγόρων έναντι δικαστικών λειτουργών. Εμείς, ως δικηγορικό σώμα, στο πλαίσιο της νομοθετικά κατοχυρωμένης αυτορρύθμισης, και πειθαρχικής δικαιοδοσίας μας, έχουμε δείξει έμπρακτα , και μάλιστα με πρόσφατα συγκεκριμένα απτά παραδείγματα, την αποφασιστικότητά μας. Αναμένουμε από τα αντίστοιχα θεσμικά όργανα του δικαστικού σώματος να αρθούν και αυτά στο ύψος των περιστάσεων.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η πρότασή μας για θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας που θα διέπει τις σχέσεις δικαστών και δικηγόρων, στο πλαίσιο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για την τροποποίηση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων. Έτσι, ο πειθαρχικός κολασμός των αξιόμεπτων συμπεριφορών, από όπου και αν προέρχονται, θα διενεργείται αποτελεσματικά από τα αρμόδια κατά νόμο όργανα, και θα περιφρουρείται το κύρος τόσο του δικαστικού, όσο και του δικηγορικού σώματος. Αναμένουμε – εδώ και πολύ χρόνο οφείλω να ομολογήσω- την πλήρη στήριξη του εγχειρήματος, όχι μόνο σε λεκτικό και διακηρυκτικό επίπεδο, αλλά και στην πράξη, από την μεγαλύτερη δικαστική ένωση, την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων.

Ειδική αναφορά θέλω να κάνω και στον ιδιαίτερο ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισης, που έχει βρεθεί πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά και εσχάτως, στο νομοθετικό στόχαστρο. Δεν χρειάζεται να τονίσω, ενώπιον του παρόντος ακροατηρίου, πόσο βαθιά ριζωμένο στην νομική μας παράδοση είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε συνήγορο, τον οποίο επιλέγει, ακωλύτως και ελευθέρως. Παρά ταύτα, ο Έλληνας νομοθέτης, χωρίς να προηγηθεί κανενός είδους διαβούλευση με το δικηγορικό σώμα ή δημόσιος διάλογος, τροποποίησε το άρθρο 340 ΚΠΔ και προσέθεσε ότι «η μη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης». Από την εμφανώς προβληματική αυτή η νομοθέτηση, που φαίνεται να επιτρέπει την πρόοδο της δικής πέραν της πρώτης συνεδρίασης ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, προκύπτει το εναγώνιο ερώτημα του δικηγορικού κόσμου, είναι δυνατόν να επιτρέπουμε δίκες χωρίς συνήγορο; Είναι προφανές ότι ανοίγει κερκόπορτα για την βάναυση καταπάτηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Για το θέμα έχουμε ήδη δημόσια τοποθετηθεί: Θεωρούμε πως η νέα διάταξη αντιστρατεύεται ευθέως την δικονομική τάξη. Επιτρέπει στις μεμονωμένες περιπτώσεις δικαστών -τονίζω το «μεμονωμένες»-που μπορεί να έχουν ελαττωμένη ευαισθησία έναντι των υπερασπιστικών δικαιωμάτων, την ερμηνεία ότι μπορούν να αγνοούντο κώλυμα του συνηγόρου, ότι μπορούν να αγνοούν το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής, ότι μπορούν να αγνοούν την τυχόν παραίτηση του συνηγόρου και να προχωρούν στην διαδικασία λες και η δικονομική τάξη παραμένει αδιασάλευτη και ανέφελη.

Ανάλογο, αν όχι μεγαλύτερο προβληματισμό στην ελληνική κοινωνία και την νομική κοινότητα, προκάλεσαν πρόσφατες υποθέσεις -δυστυχώς όχι μία, αλλά πλείονες- που έπληξαν το κύρος του δικαστικού συστήματος και ανέδειξαν εσωτερικές παθογένειες της Ελληνικής Δικαιοσύνης. Δεν είναι δυνατόν η δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της να καθίστανται η «μακρά χειρ»της Ελληνικής Αστυνομίας, αντί να συμβαίνει το αντίθετο, όπως θα έπρεπε κατά την δικονομική τάξη. Η εκ των υστέρων αναδίπλωση επί το ορθόν εκθέτει το δικαστικό σώμα στα μάτια των πολιτών και κλονίζει την εμπιστοσύνη τους στην ορθή απονομή του δικαίου.

Ομοίως, είναι αδιανόητο η ποινική αντιμετώπιση και ο ποινικός κολασμός να παραλλάσσουν ανάλογα με την οικονομική ισχύ του κατηγορουμένου. Η εφαρμογή, λ.χ. του νόμου περί καταχραστών Δημοσίου και επιβολή εξοντωτικών ποινών σε οικονομικά αδύνατους δράστες για αδικήματα ήσσονος κοινωνικής απαξίας, είναι προκλητική όταν την ίδια στιγμή οικονομικά ισχυροί,διωκόμενοι για σοβαρότατα οικονομικά εγκλήματα σε βάρος του Δημοσίου, είτε διαφεύγουν τον ποινικό κολασμό, είτε αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη επιείκεια.

Η δικαιοσύνη οφείλει πάνω από όλα τα διαφυλάξει τα του οίκου της, να αντιμετωπίσει και να υπερβεί τις εσωτερικές της παθογένειες και αντιφάσεις, να εξασφαλίσει την ίση επιβολή του νόμου και την ισόρροπη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των πολιτών. Διότι το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος διαφυλάττουν κατά πρώτο λόγο οι ίδιοι οι δικαστές, που είναι επιφορτισμένοι τόσο με την επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας κατάτην άσκηση των καθηκόντων τους, όσο και με τον αυτοέλεγχο και την αυτοκάθαρση του σώματος, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι επιτρέπεται να φθάσουμε στο άλλο άκρο, ήτοι να διώκονται δικαστές ή να επαπειλούνται πειθαρχικές κατ’ αυτών διώξεις, όπως δυστυχώς πρόσφατα συνέβη, για το ουσιαστικό περιεχόμενο της δικανικής τους κρίσης.

Θεωρώ ότι η ΕΔΕ, με την διαχρονική ευαισθησία έναντι της προστασίας της δικονομικής τάξης και του κράτους δικαίου, θα προβληματιστεί σχετικά με όλα τα παραπάνω ζητήματα, τα οποία δημόσια έχουν αναδείξει -και δη πολλαπλώς- οι δικηγορικοί σύλλογοι, πάντοτε υπό το φως των αξιολογήσεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, και προς το σκοπό όπως διαφυλαχθούν αποτελεσματικά και εμπράκτως τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και το κύρος της Δικαιοσύνης.

Ο λόγος για τον οποίο τόσο ανοικτά θέτω όλα τα θέματα επί τάπητος στον μεταξύ μας διάλογο είναι ότι η πρόσφατη εμπειρία καταδεικνύει εναργώς ότι οι θεσμικοί μας φορείς, ο ΔΣΑ και η ΕΔΕ, έχουν την ωριμότητα και την δεδηλωμένη πρόθεση την να θέσουν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και να προωθήσουν τον δημόσιο διάλογο για φλέγοντα ζητήματα νομοθετικής πολιτικής, που συνδυάζουν το δογματικό ενδιαφέρον και την πρακτική σπουδαιότητα. Το μαρτυρούνοι απόλυτα επιτυχημένες κοινές ημερίδες που πραγματοποιήσαμε τόσο για τις τρέχουσες εξελίξεις στο εργατικό δίκαιο, όσο κυρίως για την Δικαστική Ανεξαρτησία, την οποία οποία είχα την τιμή να προλογίσω, και από την οποία αναδείχθηκε πόσο ψηλά στο κοινό αξιακό μας σύμπαν βρίσκεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω ζητήματα, οι κοινές προκλήσεις και τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, είναι πολλά και ζέοντα. Γι’ αυτό έχει έρθει η ώρα να εγκαθιδρύσουμε έναν μόνιμο, ειλικρινή, ουσιαστικό, απροκατάληπτο διάλογο μεταξύ των θεσμικών οργάνων των συλλειτουργών της Θέμιδας, προκειμένου να βρούμε λύσεις αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς, πρωτίστως για την ίδια Δικαιοσύνη.

Το συμπέρασμα είναι ευκρινές: Το αγαθό της Δικαιοσύνης υπηρετείται πρωτίστως μέσα από τον αμοιβαίο σεβασμό, την εποικοδομητική συνέργεια, και την έμπρακτη προσήλωση του δικηγορικού κόσμου και των δικαστικών λειτουργών στο ιδανικό που ταχθήκαμε να υπηρετούμε, την Δικαιοσύνη, την «Διάφανη κρήνη, την κορυφαία πηγή» όπως λέει ο Ελύτης.

Και μιας και θυμηθήκαμε τον μεγάλο μας ποιητή, πριν σας αφήσω θέλω να μοιραστώ μαζί σας και αυτούς τους στίχους του:

«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας,

Που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου,

Σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες

Αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά»

Αισθάνομαι βαθιά ψυχική ανάταση καθώς βλέπω ότι σήμερα, η Αίθουσα Τελετών του Εφετείου Αθηνών, βρίθει από πεισματάρηδες που αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Τη φθορά των αρχών, των αξιών, της Δικαιοσύνης. Αυτή είναι η πραγματική ελπίδα του τόπου τούτου».