Αντισυνταγματικές οι περικοπές συντάξεων δικαστών και εισαγγελέων

Aντισυνταγματικές έκρινε το Μισθοδικείο τις περικοπές των συντάξεων  δικαστών και εισαγγελέων. Σύμφωνα με τις επίμαχες αποφάσεις του Μισθοδικείου οι συντάξεις πρέπει να αναπροσαρμοστούν στα επίπεδα του 2012.

Η πρώτη από τις επίμαχες αποφάσεις του Μισθοδικείου  (υπ΄αριθμ. 1/2018)  αποτελεί τον πιλότο για όλες τις υπόλοιπες.

Μάλιστα το Μισθοδικείο παρέπεμψε τις υποθέσεις στο Ελεγκτικό Συνέδριο για να προσδιορίσει το ύψος των αναδρομικών που πρέπει να λάβουν οι συνταξιούχοι δικαστές για το χρονικό διάστημα από 1η Δεκεμβρίου 2015 έως την ημερομηνία που κατέθεσαν τις αγωγές τους στο Μισθοδικείο , δηλαδή τον Νοεμβρίου του 2017.

Το σκεπτικό

Οι προσφεύγοντες συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί υποστήριζαν ότι οι περικοπές που έγιναν στις συντάξεις τους ανήλθαν σε ποσοστό περίπου 74% και μόνο αυτές που έγιναν κατ΄επιταγή του νόμου 4387/2016 ανέρχονται σε ποσοστό περίπου 40%.

Επίσης,  ότι το όλο νομοθετικό πλέγμα (νόμοι 4024/2011, 4051/2012, 4093/2012 και 4387/2016) που οδήγησε στις εν λόγω περικοπές είναι αντισυνταγματικό.

Το  9μελές Μισθοδικείο με πρόεδρο την αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μαίρη Σαρπ και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, έκρινε κατά πλειοψηφία (7 υπέρ έναντι 2 κατά) ότι ο νόμος 4093/2012 αντίκειται σε διατάξεις άρθρων του Συντάγματος, που επιτάσσουν τη χορήγηση στους δικαστικούς συντάξεων που να μην αποκλίνουν ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία συναδέλφων τους,  ώστε να εξασφαλίζεται σ΄ αυτούς ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και το λειτούργημα τους.

Μειοψήφησαν οι καθηγητές της Νομικής Σχολής Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου και Καλλιόπη Χριστακάκου-Φωτιάδη, οι οποίοι υποστήριξαν ότι είναι δικαιολογημένες οι επίμαχες περικοπές

Σύμφωνα με το σκεπτικό του Μισθοδικείου  δεν αποκλείεται η επέμβαση του νομοθέτη για μείωση των συντάξεων λόγω επιτακτικής ανάγκης προς κάλυψη των οικονομικών αναγκών της χώρας και βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης, πλην όμως η επέμβαση πρέπει να γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι οι μειώσεις αυτές δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και είναι πράγματι πρόσφορες για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος.

Όμως, λόγοι αποκλειστικά οικονομικοί ή για επίτευξη δημοσιονομικών στόχων δεν μπορούν από μόνοι τους να δικαιολογήσουν περικοπές στις συντάξεις των δικαστικών.

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη -κατά το Μισθοδικείο- ότι από το 2010 άρχισαν οι περικοπές και οι μειώσεις των συντάξεων των δικαστικών, αρχικά με τα επιδόματα εορτών και της αδείας, την εισφορά αλληλεγγύης και ακολούθησαν οι σταδιακές μειώσεις ανάλογα με το ύψος των συντάξεων και την ηλικία των συνταξιούχων.

Η βάση της απόφασης

Για τις μειώσεις που έγιναν με τον νόμο 4093/2012, κατά το Μισθοδικείο, δεν προκύπτει:

1) ότι ελήφθη υπόψη το κύρος και η αποστολή του δικαστικού και η σημασία αυτού για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου,

2) εάν έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις μειώσεις,

3) εάν έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για το εάν οι επιπτώσεις από τις μειώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει,

4) εάν θα μπορούσε να λάβει το κράτος άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με μικρότερο κόστος για τους συνταξιούχους και

5) εάν μετά τις νέες μειώσεις παραμένει η σχέση αναλογίας μεταξύ αποδοχών των εν ενεργεία και των συντάξεων, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση των συνταξιούχων.