Γιατί το Brexit δεν συμφέρει κανένα

Του Κωνσταντίνου Κουκούτση*

[email protected]

Οι σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και των κρατών που την απαρτίζουν, πέρασαν από αρκετές διακυμάνσεις και μεταβολές. Ωστόσο λίγες από τις σχέσεις αυτές είναι τόσο περίπλοκες, όσο αυτές μεταξύ της Ευρώπης και της Μεγάλης Βρετανίας (ίσως οι μόνες σχέσεις εξίσου ιδιαίτερες και περίπλοκες θα ήταν αυτές μεταξύ Ευρώπης – Ρωσίας).

Το βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις σχέσεις αυτές είναι η επιφυλακτικότητα και η αμφιθυμία. Σε αυτό αναμφίβολα συνέβαλε και η γεωγραφική θέση της Μεγάλης Βρετανίας. Ως νησί, παρέμεινε σχετικά ασφαλής από τους περισσότερους ευρωπαϊκούς πολέμους (οι οποίοι και είχαν δηώσει την ευρωπαϊκή ήπειρο). Ταυτόχρονα όμως, δημιουργήθηκε και καχυποψία απέναντι σε πιθανή εισβολή (άλλωστε ιστορικά το νησί αποτέλεσε στόχο εισβολής πολλές φορές). Για το λόγο αυτό άλλωστε, η Μεγάλη Βρετανία παρότι παραδοσιακά συντηρούσε (και συντηρεί) μικρό στρατό (για το φόβο ενός βασιλικού πραξικοπήματος), δεν δίσταζε να συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις και να πολεμήσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όταν υπήρχε ορατό ενδεχόμενο επικράτησης και κυριαρχίας  μίας ευρωπαϊκής δύναμης, όπως της Γαλλίας στους Ναπολεόντειους Πολέμους και της Γερμανίας στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους.

Πάγια βρετανική θέση όμως ήταν η κατηγορηματική απόρριψη μίας μόνιμης εμπλοκής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Έτσι, θα διατηρούσε το δικαίωμα να ακολουθεί τη δική της πορεία ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, με μοναδικό της οδηγό το εθνικό της συμφέρον. Σύμφωνα με την παραδοσιακή βρετανική αντίληψη, το βέλτιστο για την ίδια θα ήταν η δραστηριοποίηση στις ανοικτές θάλασσες (εξ ου και η πάγια προτεραιότητα που δινόταν στην κατασκευή ισχυρού πολεμικού ναυτικού). Με τον τρόπο αυτό, η Μεγάλη Βρετανία έγινε ρυθμιστής της ευρωπαϊκής ισορροπίας, αρχικά χωρίς να το επιδιώκει και ύστερα συνειδητά. Εφόσον δεν είχε εδαφικές επιδιώξεις στην Ευρώπη, η Βρετανία είχε το πλεονέκτημα να επιλέγει σε ποιες από τις ευρωπαϊκές αντιδικίες θα παρέμβαινε, επειδή άξονάς της ήταν η διατήρηση της ισορροπίας. Κατά συνέπεια, δεν θα αναδυόταν μία κυρίαρχη ευρωπαϊκή δύναμη, η οποία δυνητικά θα απειλούσε την ύπαρξη της ίδιας της Βρετανίας. Σταθερή βρετανική άποψη ήταν πως το έθνος που ήταν ικανό να προστατεύσει τη βρετανική αυτοκρατορία ήταν και ικανό να την κατακτήσει. Δεν είναι τυχαίο που όλες οι δυνάμεις που παροδικά αναδείχθηκαν ως κυρίαρχες στην ευρωπαϊκή ήπειρο συνάντησαν τη βρετανική αντίδραση και προσπάθησαν να την καθυποτάξουν, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Ισπανία του Φιλίππου του Β΄ τον 16ο αιώνα, την Γαλλία του Ναπολέοντα και τη Γερμανία στον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η έλευση του 20ού αιώνα έφερε τη Βρετανία αντιμέτωπη ακριβώς με τις προκλήσεις που ήθελε να αποφύγει. Η ισχυροποίηση της αυτοκρατορικής Γερμανίας και ο συνακόλουθος ανταγωνισμός μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής έφερε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο η Βρετανία τάχθηκε με το μέρος της Entente εναντίον της Γερμανίας. Η βρετανική αυτή επέμβαση ήταν από τους βασικούς παράγοντες επικράτησης των συμμάχων (καθώς το γερμανικό σχέδιο Sclieffen, παρότι ιδιοφυές στη σύλληψή του, προέβλεπε πόλεμο της Γερμανίας μόνο εναντίον της Γαλλίας και της Ρωσίας ταυτοχρόνως, χωρίς να λάβει υπόψη τυχόν βρετανική ανάμειξη). Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε τη Βρετανία ξανά αντιμέτωπη με τη Γερμανία. Ωστόσο, δύο μεγάλοι πόλεμοι είχαν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη χώρα. Η εξασθένιση της Βρετανίας και η υποχώρησή της από τη θέση της μεγαλύτερης δύναμης του κόσμου ήταν γεγονός. Ταυτόχρονα, αντιλαμβανόμενη ακριβώς αυτό, η Μεγάλη Βρετανία προέκρινε την ανάδυση των Ηνωμένων Πολιτειών στην ηγεμονία του Δυτικού τουλάχιστον κόσμου και πλέον αναμίχθηκε σταθερά (και όχι επιλεκτικά όπως στο παρελθόν) στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ισορροπία των δυνάμεων με τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ ως ιδρυτικό μέλος.

Η ένταξη της Βρετανίας (ως Ηνωμένου Βασιλείου) στην ΕΟΚ το 1973 σηματοδότησε μια σημαντική στροφή στις σχέσεις Βρετανίας – Ευρώπης. Η πρώτη εγκατέλειψε την «ένδοξη απομόνωση» και, αντιλαμβανόμενη πως δεν μπορούσε να συνυπάρξει στην πρώτη γραμμή των προηγμένων εθνών αυτόνομα, εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ακόμα και αυτή η απόφαση όμως δεν υπήρξε χωρίς αμφιθυμίες και αμφιταλαντεύσεις. Η έλευση της Margaret Thatcher στην πρωθυπουργία τη δεκαετία του 1980 οδήγησε σε επαναδιαπραγμάτευση με την ΕΟΚ και τη δημιουργία του rebate (που μειώνει τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στον κοινοτικό προϋπολογισμό, χωρίς αυτό μάλιστα να αναφέρεται στις ευρωπαϊκές συνθήκες, αλλά ως αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης κάθε επτά χρόνια). Ταυτόχρονα βέβαια η Βρετανία παρέμεινε πιστή στη λίρα και αρνήθηκε την ένταξη στο ευρώ.

Βρετανική αντίδραση στη “γερμανική Ευρώπη”

Το 2016 ήταν ένα έτος σταθμός για τη Βρετανία, καθώς στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού αποφασίστηκε η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση (με ποσοστό 51,89 %). Το αποτέλεσμα αυτό  οδήγησε σε μια νέα εποχή, καθώς ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για αποχώρηση, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε και πολλές εκκρεμότητες που πρέπει να επιλυθούν. Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι αποτέλεσμα της παραδοσιακής βρετανικής αμφιθυμίας και επιφυλακτικότητας απέναντι σε μια Ευρώπη στην οποία η Γερμανία όλο και περισσότερο ισχυροποιείται. Μία «γερμανική Ευρώπη» οπωσδήποτε θα συναντούσε τη βρετανική αντίδραση, χωρίς να αποκλείεται μάλιστα να αξιοποιηθεί και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως διαπραγματευτικό χαρτί για ισχυροποίηση της βρετανικής θέσης στην Ευρώπη (ενόψει μάλιστα και δεύτερων σκέψεων για νέα ψήφο στο ζήτημα). Δημιουργείται ωστόσο αδιέξοδη κατάσταση, καθώς από τη μία υπάρχει ισχυρότατη δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και από την άλλη η Ένωση δεν μπορεί να δείξει υποχωρητικότητα και αδυναμία, καθώς έτσι θα ήταν επιρρεπής σε εκβιασμούς από κάθε κράτος – μέλος για βελτίωση της θέσης του και η ίδια η συνοχή της θα υπονομευόταν.

Η νέα εποχή που έχει φέρει η παγκοσμιοποίηση και η συνδεδεμένη οικονομία δείχνουν στο Brexit το πιο χαρακτηριστικό τους πρόσωπο. Μία χώρα με ανεπτυγμένη οικονομία και ισχυρό νόμισμα όπως η Βρετανία δείχνει πως δεν μπορεί να σταθεί μόνη της έξω από μία μεγάλη συμμαχία. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμφίβολα χρειάζεται τη Βρετανία, και ιδίως την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, την προσήλωση στους θεσμούς και τη σωστή λειτουργία τους και βέβαια την αγάπη για την ελεύθερη οικονομία. Μία Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη Βρετανία θα χάσει τις ρίζες της στην επιχειρηματικότητα και την ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας, καθώς ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία έχουν αντίστοιχη παράδοση – περισσότερο έχουν μια ροπή στον κρατισμό και στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.  Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως ο δρόμος του χωρισμού δεν είναι συμφέρων για κανέναν από τους δύο, η κωλυσιεργία στις διαπραγματεύσεις και οι παραιτήσεις των Υπουργών Εξωτερικών και Brexit της Βρετανίας (που πρεσβεύουν σκληρή γραμμή) αυτό δείχνουν.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος έχει σφραγίσει τη μοίρα της Βρετανίας και της Ευρώπης. Δύο παίκτες οι οποίοι πλέον είναι σε μία πραγματικότητα που δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα επίλυσε. Αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει πως έχουν σημαντικές διαφορές αλλά και πολλά κοινά που μπορούν να τους κρατήσουν μαζί.

*δικηγόρου, μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ).