Η «σιωπηρή επανάσταση» του Ταγίπ Ερντογάν

Του Σταύρου Α. Οραήλογλου

Η σιωπηρή επανάσταση του Ερντογάν! Για την ελληνική κοινή γνώμη οι εξελίξεις στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας έχουν κάτι το παράδοξο.

Δεν μπορεί να εξηγηθεί η δυναμική ενός ανδρός, που ενώ έχει στοχοποιηθεί για τις συλλήψεις χιλιάδων ανθρώπων, τις απολύσεις στο δημόσιο, τη φίμωση του Τύπου, τη συγκρότηση ενός μονοπρόσωπου, αυταρχικού καθεστώτος, παραμένει το απόλυτο φαβορί για τη νίκη στις εκλογές που θα διεξαχθούν σε ενάμισι μήνα.

Ο Ερντογάν στο δρόμο του για την εξουσία εκμεταλλεύτηκε στον απόλυτο βαθμό τις βαθιές αντιφάσεις της τουρκικής κοινωνίας και πρώτιστα το βαθύ ρήγμα μεταξύ συντηρητικών και εκσυγχρονιστών. Λαμβάνοντας υπόψη πως, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, άνω του 65% των Τούρκων αυτοπροσδιορίζονται ως «συντηρητικοί» και «δεξιοί», με τη γνωστή εθνικιστική του ρητορική αλλά και με μια σειρά μέτρων που έλαβε τα προηγούμενα χρόνια όπως την επαναλειτουργία των ιερατικών σχολών, την καθιέρωση μαθημάτων θρησκευτικών στα σχολικά προγράμματα, τη δυνατότητα να πηγαίνουν μαθήτριες στο σχολείο με μαντήλα από την ηλικία των 10 ετών, το διαχωρισμό θηλέων και αρρένων στα σχολεία, άλωσε, στην κυριολεξία, το χώρο της Δεξιάς, αποκομίζοντας προφανή πολιτικά οφέλη.

Ο Ερντογάν απευθύνθηκε στους πολλούς, στον συντηρητικό και θρησκευόμενο μέσο Τούρκο της Ανατολίας, σε κοινωνικές ομάδες που ένιωθαν αποκλεισμένες από την κεμαλική κοινωνική-στρατιωτική ελίτ που ήλεγχε με απόλυτα αυταρχικό τρόπο τη χώρα από την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας το 1923 μέχρι και τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2002, όταν το AKP, το κόμμα που ίδρυσε μόλις ένα χρόνο πριν, κέρδισε πανηγυρικά, αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας.

Σχεδόν βέβαιη η επανεκλογή του

Η σχεδόν βέβαιη επανεκλογή του στον προεδρικό θώκο  στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση της 24ης Ιουνίου, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις του κεμαλικού κόσμου, σηματοδοτεί αναμφισβήτητα μια νέα πραγματικότητα για τη γείτονα χώρα και συνιστά πραγματική ρήξη με το ότι ίσχυε επί 8 σχεδόν δεκαετίες: Αυτός ο ευφυής πολιτικός θα έχει πετύχει να βρίσκεται στο τιμόνι της Τουρκίας περισσότερα χρόνια από τον «πατέρα των Τούρκων» Μουσταφά Κεμάλ και μάλιστα με την απόλυτη δημοκρατική νομιμοποίηση, μέσα από την κάλπη. Θυμίζουμε εδώ πως ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας κυβέρνησε τη χώρα του ως απόλυτος δικτάτορας από το 1923 και μέχρι το θάνατο του, το 1938. Μάλιστα η λειτουργία δεύτερου πολιτικού κόμματος στην Τουρκία, πέραν του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) που ο Ατατούρκ ίδρυσε, επετράπη μόλις το 1946.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι πως για την πλειοψηφία των Τούρκων ο Ερντογάν είναι ένας γνήσιος λαϊκός ηγέτης. Όπως εύστοχα γράφει ο δημοσιογράφος Ahmet Insel, ο Ερντογάν δεν ανήκει στην στρατιωτική ελίτ, όπως ο Ατατούρκ ή ο Ινονού, δεν προέρχεται από πλούσια οικογένεια όπως ο Μεντερές, δεν έχει σπουδάσει σε γνωστά πανεπιστήμια όπως ο Ντεμιρέλ, ο Οζάλ και ο Ερμπακάν. Είναι ο «δικός τους άνθρωπος», μιλά σε γλώσσα απλή, κατανοητή στους πολλούς, είναι βαθιά θρησκευόμενος, νοσταλγός του οθωμανικού μεγαλείου, έτοιμος να συγκρουστεί με τις ελίτ των κοσμικών και των εκσυγχρονιστών για τους οποίους οι ψηφοφόροι του Ερντογάν νιώθουν βαθιά περιφρόνηση, τους κατηγορούν για αλαζονεία, διαφθορά, απομάκρυνση από τα μουσουλμανικά ήθη.

Ο Ερντογάν έδωσε φωνή σε μια πλειοψηφία που ασφυκτιούσε. Και αυτή τον αποθέωσε, βοηθώντας τον να κερδίσει τη «σιωπηρή επανάσταση» έναντι του Κεμαλικού καθεστώτος…

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 11 Μαΐου 2018