Θ. Ζάχρος / Ρύθμιση(;) της διαδικτυακής αγοράς τυχερών παιγνίων

Του Θ. Ζάχρου

Έπειτα από οκτώ χρόνια μεταβατικής περιόδου ολοκληρώθηκε η διαβούλευση του νέου σχεδίου νόμου που τροποποιεί τον ν. 4002/2011 (περί ρύθμισης της αγοράς τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου), ο οποίος όμως, ακόμη και σε αυτό το ώριμο στάδιο, παρουσιάζει σοβαρές αστοχίες υπό το πρίσμα τόσο του ημεδαπού Δικαίου όσο και του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ως άνω σχέδιο νόμου έχει δεχθεί ήδη έντονη κριτική (συχνά δικαιολογημένη) από το σύνολο των online στοιχηματικών εταιριών, η οποία εστιάζει σε δύο βασικά σημεία:

Α) Στην πλήρη απαγόρευση προσφοράς παιγνίων μέσω γεννήτριας τυχαίων αριθμών (RNG), τα γνωστά «φρουτάκια».

Β) Στο ύψος του τιμήματος που θα ανέρχεται σε πέντε εκατομμύρια ευρώ με ισχύ για πέντε έτη.

Αναφορικά με την πλήρη απαγόρευση τυχερών παιγνίων μέσω RNG (φρουτάκια), από τα οποία προκύπτει και το μεγαλύτερο ποσοστό του τζίρου των διαδικτυακών στοιχηματικών εταιριών, αυτή μάλλον δεν μπορεί να κριθεί αιτιολογημένη υπό το πρίσμα της Αρχής της Αναλογικότητας καθώς και της Νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο σκοπός της επικείμενης απαγόρευσης δεν προκύπτει άλλωστε από κάποιο λόγο επιτακτικού Δημοσίου συμφέροντος, ενώ υπέρ αυτού συνομολογεί και το γεγονός ότι τέτοιου είδους τυχερά παίγνια θα εξακολουθούν να προσφέρονται στα επίγεια καζίνο ανά την επικράτεια καθώς και μέσω των παιγνιομηχανημάτων VLT του Ο.Π.Α.Π. ενώ επιπροσθέτως, ήδη από το έτος 2011, η προσφορά τυχερών παιγνίων με γεννήτρια τυχαίων αριθμών (RNG) επιτρέπεται καθόλα νόμιμα από τις διαδικτυακές στοιχηματικές εταιρίες.

Επιπλέον ο εν λόγω περιορισμός εγκυμονεί τον κίνδυνο να στραφούν οι καταναλωτές σε μη ρυθμισμένες αγορές  (παράνομη αγορά) με δυσμενείς συνέπειες πρωτίστως για τους ίδιους τους καταναλωτές-παίκτες, όπως έχει ήδη νομολογηθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Λουξεμβούργου.

Περί… υγιούς ανταγωνισμού

Πέραν αυτών με την ως άνω απαγόρευση δεν πραγματώνεται (όπως άστοχα αναφέρει η αιτιολογική έκθεση) ο σκοπός προώθησης του υγιούς ανταγωνισμού, αλλά μάλλον η ως άνω διάταξη κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, ενισχύοντας φαινόμενα μονοπωλίων και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, τα όποια αποδοκιμάζονται τόσο από την Ελληνική έννομη τάξη όσο και από το Ενωσιακό Δίκαιο.

Επιπροσθέτως το νομοσχέδιο, σε περίπτωση που ψηφιστεί, είναι πολύ πιθανό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την υποχρέωση που έχουν όλα τα Κράτη-Μέλη της Ένωσης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, το άρθρο 56 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο ορίζει ότι: «…οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος άλλο από εκείνο για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες».

Και πράγματι η ως άνω αρχή θα μπορούσε να καμφθεί, μόνο όμως υπό την αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση ότι ο περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους Δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι εν προκειμένω, μάλλον  απουσιάζουν ή τουλάχιστον δεν αιτιολογούνται πειστικά.

Υπέρογκο το τίμημα για κτήση άδειας στην Ελλάδα

Σχετικά με το τίμημα προς κτήση άδειας λειτουργίας ύψους πέντε εκατομμυρίων ευρώ για πέντε έτη, άξιο αναφοράς τυγχάνει το γεγονός ότι ο μέσος όρος του αντίστοιχου τιμήματος στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται σε λιγότερο από εκατό χιλιάδες ευρώ για την ίδια χρονική διάρκεια, όταν ο πληθυσμός και το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι αισθητά υψηλότερα. Για παράδειγμα στην Αγγλία, που θεωρείται πρωτοπόρος στην αγορά των τυχερών παιγνίων, το κόστος της αντίστοιχης άδειας ανέρχεται σε εκατόν σαράντα χιλιάδες ευρώ για πέντε έτη, ενώ αριθμεί πληθυσμό εξήντα εκατομμυρίων και κατά κεφαλήν εισόδημα άνω των σαράντα χιλιάδων ευρώ ετησίως. Ως εκ τούτου το κόστος προς χορήγηση άδειας λειτουργίας κρίνεται, εν τοις πράγμασι, υπέρογκο και σε πλήρη αναντιστοιχία με την Ελληνική πραγματικότητα.

Περαιτέρω σκόπιμο θα ήταν να δημοσιευθούν επίσημα στοιχεία από τα οποία θα προκύπτει πόσα έσοδα αποκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο από το ειδικό τέλος τυχερών παιγνίων που κατέβαλαν οι στοιχηματικές εταιρίες (σήμερα 35% επί των ακαθάριστων εσόδων τους, το οποίο αποτελεί τον υψηλότερο συντελεστή φορολόγησης στην Ευρώπη), έτσι ώστε να προκύψει και πόσα χρήματα θα παύσει να εισπράττει στο μέλλον, σε περίπτωση που δεν εκδηλωθεί ενδιαφέρον υπό τις ισχύουσες προϋποθέσεις, όπως άλλωστε αναμένεται.

Πράγματι η ρύθμιση της αγοράς των τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου επιβάλλεται. Πλην όμως θα πρέπει να είναι εναρμονισμένη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας η οποία  ενυπάρχει και στην Συνθήκη για την λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έτσι λοιπόν πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιθανό, αν όχι δεδομένο, πως αν ψηφιστεί το σχέδιο νόμου ως έχει, η Ελλάδα θα κληθεί, αργά ή γρήγορα, να αιτιολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον περιορισμό στην ελεύθερη μετακίνηση υπηρεσιών, καθώς θα έχει παραβιάσει, μεταξύ άλλων,  βασικές διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ότι αυτό συνεπάγεται για την χώρα μας σε επίπεδο αξιοπιστίας και κυρώσεων.