Θ. Χειμωνάς: Πηγαίνω στα κόμματα όταν φεύγουν οι άλλοι

Συνέντευξη στην Δήμητρα Αθανασοπούλου
Ήταν η πρώτη φορά που θα τον συναντούσα και δεν ήμουν σίγουρη αν θα συνομιλούσα με τον Θανάση Χειμωνά των social media -επιρρεπή στην αψιμαχία-, με τον ονειροπόλο δημιουργό του «Ραμόν»  ή με τον  πραγματιστή υποψήφιο του Ποταμιού.

Ο Θανάσης Χειμωνάς  είναι πολλά πρόσωπα μαζί. Και αυτό ίσως είναι ένα από τα πράγματα που τον κάνουν πραγματικό συγγραφέα. Ανήκει στους ελάχιστους που πηγαίνει σε ένα κόμμα όταν οι άλλοι αποχωρούν. Το αναγνωρίζει. Στην παραφροσύνη (εκδόσεις Πατάκη) καταγράφεται η εμπειρία του ως υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ. Το ομολογεί αλλά μας προσκαλεί να κάνουμε  focus στο λογοτεχνικό κείμενο. Ο Θανάσης Χειμωνάς, με  εννέα μυθιστορήματα στο βιογραφικό του, σπουδές φιλολογίας στο Στρασβούργο και εξαιρετικές επιδόσεις στο πινγκ- πονγκ  μιλά στην Politik για τη σχέση του με τη λογοτεχνία και την πολιτική, την επίδραση των γονιών του (Γιώργου Χειμωνά και Λούλας Αναγνωστάκη) στη ζωή και στα βιβλία του και το «στίγμα» του Μανώλη Αναγνωστάκη . «Πήγα για πρώτη φορά γήπεδο με τον θείο μου». Μάλλον  γι’ αυτό ο Θανάσης Χειμωνάς δεν ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας αλλά ποδοσφαιριστής.

 Γνωρίζοντάς σας μου φαίνεται ακόμα μεγαλύτερη η ήδη γνωστή αντίφαση μεταξύ του προφίλ σας στην πραγματική ζωή και εκείνου στα social media. Υπάρχει κάποιος λόγος για την τόσο μεγάλη απόκλιση;

«Ως συγγραφέας ξέρω πότε πρέπει να χρησιμοποιήσω συγκεκριμένες λέξεις. Όταν ο άλλος είναι χυδαίος, σε προσβάλλει ή σε ειρωνεύεται, πρέπει να του απαντήσεις στην ίδια γλώσσα. Αρκετοί μου λένε πως “από κοντά είσαι τόσο ευγενής και καλός”  και στα social media απαντώ έτσι. Είμαι ευγενικός με τους ευγενικούς. Όταν με κοπανούσαν στο facebook έβαζαν και τους γονείς μου μέσα».

-Τι πιστεύετε πως θα ψήφιζαν σε αυτές τις εκλογές οι γονείς σας αν ζούσαν;

«Εμένα θα ψήφιζαν! Δεν νομίζω πως θα ψήφιζαν κάτι. Οι γονείς μου ήταν ΚΚΕ εσωτερικού και δεν υπάρχει, δυστυχώς, σήμερα ΚΚΕ εσωτερικού».

-Στην «Παραφροσύνη»  γράφετε μεταξύ άλλων για όσα βιώσατε όταν αποφασίσετε  να μπείτε στην πολιτική… και τους λόγους για τους οποίους φύγατε από το ΠΑΣΟΚ. Είστε ο ήρωας σας;

«Είναι ένα μυθιστόρημα, ένα λογοτεχνικό κείμενο. Προφανώς το κομμάτι που έχει να κάνει με την πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Το υπόλοιπο όχι. Είναι fiction. Υπάρχει μυθοπλασία, υπάρχει το κλασσικό ερωτικό τρίγωνο, ένας άνδρας ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Ο Ανδρέας Θανόπουλος έχει πολλά κοινά με μένα. Δεν είναι ακριβώς εγώ. Ίσως πιο πολύ από άλλους ήρωες. Δεν θέλω να το βλέπουν σαν ένα μεγάλο άρθρο γιατί πολλοί το έχουν κριτικάρει με αυτή τη λογική. Έχω ακούσει πως είναι πολύ αριστερό  γιατί δίνει καλή εικόνα των αντιεξουσιαστών, ότι είναι πολύ αντισύριζα γιατί δίνει πολύ την άλλη πλευρά».

-Γιατί πήγατε στο  Ποτάμι τώρα που φεύγουν οι άλλοι;

«Πηγαίνω στα κόμματα όταν φεύγουν οι άλλοι. Η αλήθεια είναι πως είναι μια συνήθεια που την έχω. Αλλά δεν με ενδιαφέρουν τα ποσοστά. Όταν μπήκα στην πολιτική η αρχή μου ήταν να λέω αυτά που πιστεύω».

«Το ΠΑΣΟΚ του 2012 ήταν αυτό που πίστευα»

-Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφασίσατε να μπείτε στην πολιτική με το ΠΑΣΟΚ όταν βρισκόταν στο τέλος του;

«Για μένα το  ΠΑΣΟΚ του 2012 ήταν αυτό που πίστευα. Είχε θυσιαστεί για την κρίση αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος. Μου άρεσε και μπήκα. Στην πορεία ένιωσα πως δεν είχα καμία σχέση με αυτό που έγινε. Δεν είχα καμία σχέση με το ΚΙΝΑΛ. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε. Έχει συγκεκριμένη φρασεολογία που παραπέμπει σε άλλες εποχές. Ούτε τους γούσταρα, ούτε με γούσταραν. Άλλαζαν ονόματα γιατί πίστευαν πως το όνομα ήταν τοξικό. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Έγιναν και καλά πράγματα στη χώρα, απέκτησαν δικαιώματα άνθρωποι που δεν είχαν. Η γυναίκα έγινε συνταγματικά ίση με τον άνδρα.  Ακόμα και επί Γιώργου Παπανδρέου και Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος έβαλε το ΠΑΣΟΚ σε μια συγκυβέρνηση ξέροντας πως θα φάει πολύ “ξύλο”. Όταν έγραψα την “παραφροσύνη” δεν είχα πάει ακόμα στο Ποτάμι, ήμουν στο ΠΑΣΟΚ. Mέχρι που ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε το χώρο του ΠΑΣΟΚ».

-Δεν μπήκατε στον πειρασμό της  Νέας Δημοκρατίας όπως άλλοι συνάδελφοι σας ή ομοϊδεάτες σας. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Πέτρο Τατσόπουλο…

«Αν η Νέα Δημοκρατία  ήταν όπως το 2015 θα μπορούσα να το σκεφτώ με τη λογική να γίνει ένα μέτωπο. Σε πολλές περιπτώσεις η ΝΔ φάνταζε ένα σοβαρό αντίβαρο στη χυδαιότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς έχει πάει τέρμα δεξιά και δεν θα μπορούσα να πάω με άτομα που  επιβεβαιώνουν τον Κατσίφα. Να πέσει δηλαδή ο  ΣΥΡΙΖΑ και να έχουμε έναν ακροδεξιό ΣΥΡΙΖΑ; Τα επιχειρήματά τους θυμίζουν τα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ του 2015.  Δεν θα μπορούσα να το υπερασπιστώ».

-Σήμερα νιώθετε περισσότερο συγγραφέας ή πολιτικός;

«Ως πολιτικός είμαι τελείως αποτυχημένος, άρα λέω συγγραφέας. Είμαι δηλωμένος και στο ΤΕΒΕ. Αν έχω κάποιο ταλέντο, αυτό είναι η συγγραφή. Έχω εκδώσει εννέα μυθιστορήματα. Άρεσα σε κάποιους, τα αγόρασαν κάποιοι, πήραν κάποιες καλές κριτικές. Ήταν υποψήφια για κάποια βραβεία.  Δεν πήρα ποτέ δυστυχώς. Ο πολιτικός ήταν κάτι που υπηρετούσε κάποια ανάγκη και για μένα και για τους ανθρώπους γύρω μου».

«Όταν δεν σου αρέσει η πολιτική πρέπει να κάνει κάτι να την αλλάξεις» 

-Πότε χρονολογείται η γέννηση αυτής της ανάγκης και τι την πυροδότησε;

«Μεγάλωσα σε ένα σπίτι πολιτικοποιημένο. Θυμάμαι να ρωτάω τον πατέρα μου τι είναι ο (στρατιωτικός) Φοίνικας επί Χούντας και μετά να φωνάζω συνεχώς “κάτω ο Παπαδόπουλος, κάτω ο Πατακούλης”.   Ήμουν τριών χρονών αλλά αυτό δημιουργούσε προβλήματα στους ανθρώπους γύρω μου. Μετά πήγαμε επί Χούντας στο Παρίσι. Τότε ήταν Πρόεδρος ο Ντ’ Εστέν.  Ήταν συντηρητικός. Και τότε εγώ φώναζα  “Ζισκάρ ντ’ Εστέν Βασανιστέν”. Το 2010 εκτίμησα τη θέση του ΠΑΣΟΚ. Σκεφτόμουν μήπως  έπρεπε να κάνω κάτι πιο ενεργό. Ήμουν σε μια εκπομπή στο FLASH με τον Μίμη Ανδρουλάκη και ο Μίμης μου έκανε πρόταση να πάω στο ΠΑΣΟΚ. Σκέφτηκα πως ήταν μια ιστορική  εποχή και ήθελα κατά κάποιον τρόπο  να είμαι μέρος της ιστορίας. Και  επίσης πως όταν δεν σου αρέσει η πολιτική θα πρέπει να κάνεις κάτι να την αλλάξεις. Και όχι να κάθεσαι στον καναπέ και να κουνάς την ουρά σου».

-Πώς έχει λειτουργήσει το όνομα σας- γιος του Γιώργου Χειμωνά και της Λούλας Αναγνωστάκη-  κατά τη διάρκεια της ζωής;

«Ίσως να έπαιξε ρόλο στο πρώτο μου διήγημα. Το έγραψα το ‘97. Μπήκε  σε μια συλλογή των “Νέων”.  Όλοι οι άλλοι ήταν καταξιωμένοι συγγραφείς. Πιστεύω πως αν δεν ήμουν γιος του Χειμωνά και της Αναγνωστάκη, ίσως να μην το έβαζαν».

-Αναφέρομαι στο βάρος του ονόματος… στην αναμέτρηση ενδεχομένως  με τους γονείς

«Δεν αισθάνθηκα κάποιο βάρος λογοτεχνικό. Γιατί ο πατέρας μου είχε ένα δικό του στυλ που δεν υπάρχει κάπου αλλού και η μητέρα μου το ίδιο. Ήταν θεατρική συγγραφέας. Εγώ ήρθα σε επαφή  με το έργο των γονιών μου. Άρχισα να  διαβάζω τα βιβλία του πατέρα μου στο τέλος της εφηβείας. Το πρώτο έργο της μητέρας μου το είδα σε ηλικία 16 ετών. Είχε διαμορφωθεί η προσωπικότητα μου. Ήξερα πως είναι καλοί σε αυτό που κάνουν. Αν οι γονείς μου ήταν διάσημοι ηθοποιοί και το βίωνα αυτό από το νηπιαγωγείο, ίσως να είχα ένα άλλο βάρος».

-Πως ήταν να έχετε έναν ψυχίατρο (Γιώργο Χειμωνά) στο σπίτι;

«Βοηθούσε πάρα πολύ αυτή τη ιδιότητα. Ήταν σημαντικό γιατί δεν φαινόταν στην καθημερινότητα αλλά στις δύσκολες εποχές είχε τις απαντήσεις γιατί ήταν ένας επιστήμονας. Τον έζησα και με τις δυο ιδιότητες. Τον θυμάμαι να γυρίζει από το ιατρείο και να μας λέει ιστορίες ασθενών. Τον θυμάμαι να απομονώνεται, να γράφει. Την μητέρα μου την έζησα μόνο ως θεατρική συγγραφέα. Είχε σπουδάσει δικηγόρος αλλά σταμάτησε να το εξασκεί μόλις γεννήθηκα».

-Ποια ήταν η επιρροή του Μανώλη Αναγνωστάκη (θείου σας) στη ιδέες σας ή ακόμα και στα βιβλία σας;

«Δεν υπάρχει λογοτεχνική επιρροή του Μανώλη Αναγνωστάκη στα έργα μου. Η μόνη επιρροή του θείου  μου είναι ότι είχα πάει για πρώτη φορά μαζί του γήπεδο το 1983».  

-Αλήθεια  τι είδους έφηβος ήσασταν;

«Ήμουν κακός μαθητής και looser. Με του γονείς μου είχα πάντα καλή σχέση. Οι γονείς μου ήταν πολύ χαλαροί. Δεν με  υποχρέωσαν να διαβάσω ένα βιβλίο ή να πάω με το ζόρι σε κάποια παράσταση. Αν με είχαν πιέσει δεν θα είχα γίνει συγγραφέας. Στην εφηβεία μου διάβαζα πολύ. Στην αρχή Ιούλιο Βερν και μετά πέρασα στους κλασσικούς, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι. Μετά, στα τέλη της εφηβείας μου, σταμάτησα και διάβαζα θρίλερ, Στίβεν Κινγκ και επέστρεψα στη λογοτεχνία όταν ξεκίνησα σπουδές φιλολογίας για να γίνω δημοσιογράφος. Έζησα εννέα χρόνια στο Στρασβούργο. Όλη τη δεκαετία του ‘90. Ήταν σαν παρατεταμένη εφηβεία».

-Και η ενηλικίωση ήρθε μέσα από τη συγγραφή;

«Αν μου έλεγαν την πρωτοχρονιά του ‘97 πως θα γινόμουν συγγραφέας θα γέλαγα. Ο “Ραμόν” γράφτηκε την άνοιξη του ‘97 . Ήμουν 26. Είχα περάσει μια δύσκολη φάση με αποκορύφωμα μια ερωτική απογοήτευση. Και ξαφνικά από το πουθενά έγραψα μέσα σε δυο-τρεις μέρες το πρώτο μου διήγημα».

-Άρα το παιδικό όνειρο δεν είχε καμία σχέση με τη συγγραφή;

«Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής. Δεν ήξερα μπάλα και βρήκα το πιο κοντινό. Αποφάσισα να γίνω αθλητικός συντάκτης. Δούλεψα σαν αθλητικογράφος αλλά τελικά δεν είναι ωραίο να κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα. Έπειτα  αρθρογραφούσα σε περιοδικά τότε που τα λεφτά ήταν καλύτερα για ένα άρθρο παρά… Μετά ανακάλυψα την  αγαπημένη μου δουλειά που ήταν να γράφω τις ερωτήσεις σε τηλεπαιχνίδια!  Ήταν εύκολη, με ιντριγκάριζε και είχε καλά λεφτά!»

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 07 Δεκεμβρίου 2018