Μετεξεταστέα η Ελλάδα στους ρυθμούς ανάπτυξης

Τις προβλέψεις του για τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στα αποτελέσματα της έκθεσης για τις οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης (Regional Economic Outlook for Europe) που δόθηκε στη δημοσιότητα το μεσημέρι.

Την έκθεση παρουσίασε στις Βρυξέλλες ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Τομέα του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν και τα αποτελέσματα επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τις εκτιμήσεις που είχε κάνει το Ταμείο για την ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της Εαρινής του Συνόδου που είχε πραγματοποιηθεί πριν από έναν μήνα στην Ουάσιγκτον.

Ειδικότερα, το ΔΝΤ υπολογίζει ένα σημαντικό κλείσιμο της ψαλίδας στο ελληνικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αποδίδεται στη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Η έκθεση, ωστόσο, διαπιστώνει πως η Ελλάδα έχει μεγάλη αρνητική καθαρή επενδυτική θέση έναντι του εξωτερικού. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται να αυξήσει την παραγωγικότητά της και έτσι να συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της.

Τα οικονομικά μεγέθη

Όσον αφορά την ανάπτυξη, το Ταμείο καταγράφει μια αύξηση της τάξης του 0,6% για το τρέχον έτος, καθώς εκτιμά ότι από το 1,4% το 2017 θα ανέλθει στο 2% το 2018, ενώ για το 2019 προβλέπει ότι θα υποχωρήσει στο 1,8%.

Πάντως, οι προβλέψεις για την Ελλάδα είναι χαμηλότερες από τις προβλέψεις του προηγούμενου εξαμήνου (τότε προβλεπόταν ανάπτυξη 1,8% για το 2017, 2,6% φέτος και 1,9% το 2019). Η Ελλάδα και η Λιθουανία είναι οι μόνες χώρες της ευρωζώνης για τις οποίες οι προβλέψεις αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω, και όχι προς τα πάνω.

Στο μέτωπο των επενδύσεων, το ΔΝΤ προβλέπει μια σταθερή αύξηση, υπολογίζοντας ότι το ποσοστό του 11,7% για την περίοδο του 2017 θα ανέλθει στο 12,7% το 2018 και τελικά θα αγγίξει το 13,8% μέσα στο 2019.

Για την ανεργία, η έκθεση σημειώνει πως θα υπάρξει μια σταθερή υποχώρηση από το ποσοστό του 21,5% που είχε καταγραφεί το 2017. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το 2018 θα υπάρξει μια μείωση της τάξης του 1,7%, καθώς το ποσοστό της ανεργίας θα διαμορφωθεί στο 19,8%, ενώ το 2019 θα υποχωρήσει ακόμα περισσότερο αγγίζοντας το 18%.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο με πέρσι (0,8% του ΑΕΠ) για το 2018, ενώ το 2019 θα μειωθεί στο 0,6%.

Σχετικά παρόμοια σταθερή πορεία θα ακολουθήσει και το δημοσιονομικό ισοζύγιο, που όπως και το 2017 (0%) έτσι και το 2018 (-0,1%) αλλά και το 2019 (0%) θα παραμείνει ισοσκελισμένο.

Τέλος, το δημόσιο χρέος που βρίσκονταν στο 181,9% του ΑΕΠ το 2017 θα ανέλθει στο 191,3% του ΑΕΠ το 2018, ενώ το 2019 θα υποχωρήσει στο 181,8% του ΑΕΠ.

«Η Ευρώπη δε χρησιμοποιεί την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη για μεταρρυθμίσεις»

Η ευρωπαϊκή οικονομική ανάπτυξη είναι ισχυρή, κυρίως χάρη στην εγχώρια ζήτηση, αλλά οι κυβερνήσεις δεν εκμεταλλεύονται επαρκώς τις καλές συνθήκες για να μειώσουν τα χρέη τους και να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με την έκθεση που δημοσιοποίησε σήμερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).

Το ΔΝΤ προέβλεψε ότι η ανάπτυξη στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, κυρίως στην ευρωζώνη, θα επιβραδυνθεί στο 2,3% φέτος από το 2,4% το 2017 και στη συνέχεια στο 2,0% το 2019. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει την ίδια επιβράδυνση της ανάπτυξης.

«Σε καλές εποχές, ωστόσο, οι προσπάθειες για δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις εξασθενούν», σύμφωνα με το ΔΝΤ.

«Με τις οικονομικές προοπτικές να συνεχίζουν να βελτιώνονται βραχυπρόθεσμα, αλλά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές να είναι λιγότερο λαμπρές, οι φορείς χάραξης της πολιτικής θα πρέπει να αδράξουν τη στιγμή για να ξαναδημιουργήσουν περιθώριο για δημοσιονομικούς χειρισμούς και να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ενισχύσουν τη δυνητική ανάπτυξη» αναφέρεται στην έκθεση του Ταμείου.

Παρά την ισχυρή ανάπτυξη, κάποιες από τις μεγαλύτερες οικονομίες στην ευρωζώνη, όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ισπανία, υπήρξαν αργές στο να μειώσουν περαιτέρω τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα στην κατεύθυνση ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, ενώ σε άλλες χώρες, όπως το Βέλγιο, αυξάνεται το έλλειμμα.

«Σε πολλές οικονομίες, οι φορείς χάραξης πολιτικής αναμένεται να πασχίσουν για να φέρουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα κοντά σε ένα ισοσκελισμένο προϋπολογισμό τα επόμενα λίγα χρόνια» ανέφερε το ΔΝΤ.

«Με αυτόν τον τρόπο, οι αυτόματοι σταθεροποιητές και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν και πάλι, εάν υλοποιηθούν οι καθοδικοί κίνδυνοι. Επίσης, η σταθεροποίηση και η μείωση του δημόσιου χρέους θα βοηθήσει τις οικονομίες να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις πιέσεις από τις αυξημένες δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη», σύμφωνα με την έκθεση.

Το ΔΝΤ σημείωσε επίσης ότι η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη παρέχει μια ευκαιρία για ταχύτερη εμβάθυνση της οικονομικής ενοποίησης της ευρωζώνης, κυρίως μέσω της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης.

Με τη Βρετανία, ένα σημαντικό χρηματοπιστωτικό κέντρο, να αναμένεται να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση το Μάρτιο του 2019, η ΕΕ θα πρέπει να επισπεύσει τη δημιουργία μιας ένωσης κεφαλαιαγορών προκειμένου να διευρύνει τις χρηματοδοτικές επιλογές των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να εναρμονίσει το πτωχευτικό δίκαιο και να προστατεύσει τα δικαιώματα των διασυνοριακών επενδυτών, σύμφωνα με το ΔΝΤ.

Το ΔΝΤ τάχθηκε υπέρ της ιδέας της δημιουργίας ενός ταμείου για τις 19 χώρες που είναι μέλη της ευρωζώνης προκειμένου να βοηθηθούν οι οικονομίες τους σε περιπτώσεις κρίσεων, για τις οποίες δεν ευθύνονται οι ίδιες.

Το ΔΝΤ το χαρακτήρισε αυτό «κεντρική δημοσιονομική δυνατότητα (CFC)» και είπε ότι θα πρέπει να βασίζεται στη λογική του δανεισμού και όχι των μόνιμων μεταβιβάσεων.

«Η CFC θα μπορούσε να εφαρμόσει κάτι που είναι γνωστό ως “usage premium”, μέσω του οποίου μία χώρα καταβάλλει παραπάνω κεφάλαια σε καλές εποχές βάσει των μεταβιβάσεων που έλαβε σε δυσχερείς συνθήκες», σύμφωνα με το ΔΝΤ.

«Δεύτερον, η CFC θα μπορούσε να ορίσει ένα ανώτατο όριο στο ποσό που οι χώρες πρέπει να συνεισφέρουν προκειμένου να μην έχουν κάποιες χώρες υψηλή καθαρή συνεισφορά. Τέλος, θα μπορούσε να περιορίσει το ποσό που μπορεί να λάβει μία χώρα, ούτως ώστε αυτές οι μεταβιβάσεις να μην υποκαθιστούν την απαραίτητη προσαρμογή της πολιτικής», σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ.