Χρήστος Μανταρτζίδης / Μπορούν οι «συστημικές» τράπεζες να υποστηρίξουν την ανάκαμψη της οικονομίας;

Του Χρήστου Μανταρτζίδη

Το 2013, πραγματοποιήθηκε η ανακεφαλαιοποίηση στις ελληνικές τράπεζες, με αφορμή την ανάγκη στήριξης, σταθεροποίησης και ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος, της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών, αλλά και της διασφάλισης των τραπεζικών καταθέσεων.

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, βασίστηκε στην έκθεση βιωσιμότητας που συνέταξε η Τρόικα και πρότεινε λιγότερες αριθμητικά  και ισχυρότερες κεφαλαιακά τράπεζες.

Ακολουθήθηκε μια διαδικασία αξιολόγησης όπου κρίθηκε ποιες θα είναι αυτές οι «συστημικές» τράπεζες και ποιες οι «μη συστημικές». Στη συνέχεια, οι «μη συστημικές» πέρασαν με συνοπτικές διαδικασίες και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στο έλεγχο των «συστημικών» τραπεζών, με μια σειρά χαριστικών πράξεων και εκβιαστικών συγχωνεύσεων και εξαγορών. Το αποτέλεσμα ήταν μια ταχύτατη, βίαιη αναδιάταξη και αναδιάρθρωση του Τραπεζικού συστήματος μέσω συγχωνεύσεων.

Η μεταρρύθμιση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα μια άνευ προηγούμενου υπέρ-συγκέντρωση της Ελληνικής τραπεζικής αγοράς. Δεκαπέντε (15) Τράπεζες ενοποιήθηκαν και σχημάτισαν τελικά τέσσερις (4) «συστημικούς» ομίλους (Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, ETE, Eurobank), μεγαλύτερους και ισχυρότερους από πριν, με μεγέθη ανάλογα των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους, οι οποίοι προσέλκυσαν διεθνή κεφάλαια.

Όμως, η αυστηρή ολιγοπωλιακή δομή με τις «συστημικές» τράπεζες πλέον να ελέγχουν ποσοστό άνω του 90% της τραπεζικής αγοράς, είναι ήδη ένα σοβαρό αγκάθι στη φτέρνα της ελληνικής οικονομίας. Υπό τέτοιες συνθήκες, δεν μπορεί να σταθεί σοβαρή συζήτηση για ανταγωνισμό. Μιλάμε στην πράξη για ένα ολιγοπωλιακό τραπεζικό σύστημα που αποτελεί μια διαρκή απειλή για την οικονομία, αλλά και για τη δημοκρατία. Είναι δε αμφίβολο αν λειτουργεί αποτελεσματικά, διότι, αφενός το θέμα της ρευστότητας δεν έχει ακόμη λυθεί και αφετέρου δεν εκπληρώνει τη βασικής του αποστολή, την τροφοδότηση δηλαδή της πραγματικής οικονομίας με τα απαιτούμενα κεφάλαια για την εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Μέχρι στιγμής, οι τράπεζες ασχολούνται μόνο με τον εαυτό τους και αντί να επεκτείνουν τη χρηματοδότηση στις υγιείς, παραγωγικές, ανταγωνιστικές, εξωστρεφείς επιχειρήσεις, μειώνουν τις πιστωτικές γραμμές τους στο βωμό της απομόχλευσης. Έτσι, όμως, συνεχίζεται η αιχμαλωσία στο φαύλο κύκλο της οικονομικής καχεξίας.

Η υπερσυγκέντρωση δημιούργησε ήδη προσκόμματα στη χρηματοδότηση κυρίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που δεν διαθέτουν εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης. Χωρίς κάποιες εξειδικευμένες καθώς και μερικές μικρές ή μεσαίες που να είναι σε θέση να αντιληφθούν τις ανάγκες των πελατών τους και να αφουγκραστούν τα προβλήματά τους, μειώνοντας ταυτόχρονα και το κόστος χρήματος, το τραπεζικό μας σύστημα θα χωλαίνει.

Η πατρίδα μας χρειάζεται ένα υγιές τραπεζικό σύστημα. Χρειαζόμαστε περισσότερες τράπεζες και φρέσκο χρήμα στην αγορά. Αρκεί να σκεφτούμε ότι σε άλλες χώρες, ο αριθμός των τραπεζών είναι αισθητά μεγαλύτερος σε σχέση με την Ελλάδα, και τα μερίδια αγοράς τους, μικρότερα. Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν μόνο μεγάλες τράπεζες, αλλά πλαισιώνονται από ειδικές, κλαδικές, Περιφερειακές, τοπικές κλπ.

Σήμερα που -ως ενεργητική αντιμετώπιση της κρίσεως- απαιτείται γενναία και καλώς στοχευμένη χρηματοδότηση της παραγωγής, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί και να χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση των επιχειρήσεων. Γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις πρέπει να μεριμνήσουν  και να στοχεύσουν στη δημιουργία ενός διευρυμένου τραπεζικού συστήματος, που θα διαδραματίσει τον καίριο ρόλο που του αρμόζει και θα παράσχει την απαραίτητη χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις και θα στηρίξει την ελληνική οικονομική ανάκαμψη.

Το ζητούμενο όμως παραμένει η τροφοδότηση της αγοράς με ρευστότητα και η σταδιακή αλλαγή του αρνητικού κλίματος που συμπαρασύρει τους πάντες στην δίνη της κρίσης. Πρέπει να δοθούν κίνητρα για δημιουργία νέων ή προσέλκυση τραπεζών από το εξωτερικό, οι οποίες θα λειτουργούν μέσα σε ένα πραγματικά ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Πρέπει να ρίξουμε το βάρος μας στην προσπάθεια να αυξηθεί  ο αριθμός των τραπεζών. Να δοθούν  κίνητρα για τη δημιουργία ιδιωτικών τοπικών και περιφερειακών τραπεζών, αλλά και για την προσέλκυση ξένων. Είναι κατανοητό ότι υπήρξαν επιλογές ανάγκης και ότι μέσα στην κρίση καταλήξαμε να έχουμε 4 «συστημικές» τράπεζες, αλλά πρέπει αυτό να σταματήσει. Η πατρίδα μας χρειάζεται και άλλες τράπεζες και πρέπει να υπάρξει μέριμνα για την αύξηση του αριθμού αλλά και του ανταγωνισμού μεταξύ τους και τον απεγκλωβισμό της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας από τον «εναγκαλισμό» ενός ολιγοπωλιακού τραπεζικού συστήματος.