Μ. Βιντιάδης: Η αμηχανία χειρότερη από την κατάθλιψη

Συνέντευξη στην Δήμητρα Αθανασοπούλου
Ο Μηνάς Βιντιάδης βρίσκεται σε αμηχανία «ένα συναίσθημα χειρότερο από την κατάθλιψη». Αυτό δηλώνει δίχως ωστόσο να είναι ανιχνεύσιμο πάνω του κάποιο (δια)-νοητικό μούδιασμα. Τουναντίον.

Είναι στο στάδιο τελικής επεξεργασίας των «Ανδρών ολικής αλέσεως», ενός έργου που αναφέρεται στην Ελλάδα της κρίσης και θα ανέβει σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη ενώ ήδη δουλεύει τον «Πρασινοδάχτυλο». Κι όμως θεωρεί πως αυτό είναι το κυρίαρχο νεοελληνικό σύμπτωμα. Παρόλο που ο ίδιος μάλλον καταφέρνει να τo μεταβολίζει και εντέλει να τo ξορκίζει μέσα από τη λεκτικοποίηση του.

Τον συναντήσαμε σε ένα μπιστρό στο κέντρο της Αθήνας και μιλήσαμε για τέχνη, κρίση, μίντια και πολιτική. Θα’ θελε να γράψει το επόμενο μυθιστόρημα του σε μια μπρασερί στο Παρίσι, πιστεύει όμως πως δεν είναι αυτή η λύση και επιμένει ελληνικά!

Ο καταξιωμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας που γεννήθηκε στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου και μεγάλωσε στην Κάσο αναλύει στην politik το κατά πόσο ακμάζουμε και παρακμάζουμε σε πολιτισμικό επίπεδο σήμερα, το πώς ο τουρισμός σώζει τα νησιά μας, τους λόγους που δεν εξάγουμε νεοελληνική λογοτεχνία.

-Να ξεκινήσουμε με έναν απολογισμό στο χώρο του πολιτισμού τα τελευταία χρόνια…

«Η Ελλάδα έχει δυο πράγματα να βγάλει προς τα έξω: τουρισμό και πολιτισμό. Πολιτισμός δεν είναι μόνο όσα νομίζουμε. Ακόμα και το λάδι μπορεί να είναι πολιτισμός. Ακόμα και αν ο τουρισμός γίνεται πρόχειρα, ακόμα και αν είμαστε απροετοίμαστοι, δεν παύει να δίνει κεφάλαιο σε ένα μέρος της νησιωτικής Ελλάδας που έχει τρομακτικά προβλήματα. Είτε είναι η Κάσος που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, είτε η Ανάφη για τους εναλλακτικούς, είτε η Σαντορίνη με τουρισμό 11 μήνες το χρόνο, είτε η Θάσος που έχει ένα εκατομμύριο βαλκάνιους τουρίστες. Άρα είναι κάτι καλό. Τώρα τον πολιτισμό δεν τον εκμεταλλευόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Ξέρω καλούς πιανίστες, φλαουτίστες που φεύγουν για το εξωτερικό, για την Αυστρία για παράδειγμα. Εικαστικά “σβήνουμε”. Οι ζωγράφοι δεν μπορούν να εκθέτουν, οι συλλέκτες δεν αγοράζουν πια».

-Δεν είναι όμως τόσο εφικτή αυτή η  διέξοδος για τους καλλιτέχνες να δουλεύουν με το λόγο…

«Ισχύει. Σκέφτομαι βέβαια τώρα έναν συγγραφέα που τον φέρνω σαν παράδειγμα. Ο Δημήτρης Σωτάκης είχε την έξυπνη ιδέα να μάθει κινέζικα. Ζει από τις δεκάδες χιλιάδες πωλήσεις που κάνει στο Πεκίνο. Οι μεγάλες τηλεοράσεις της χώρας του παίρνουν συνεντεύξεις και οι Kινέζοι πάνε στα βιβλιοπωλεία για το βιβλίο του. Σκίζει! Αυτό πρέπει να κάνουμε; Να μάθουμε κινέζικα, δανέζικα; Ή να εγκατασταθούμε σε μια ξένη πόλη και να πουλήσουμε την όποια ταυτότητα μας. Το σκέφτηκα και αυτό. Να ζήσω στο Παρίσι που μ’ αρέσει πολύ, να τελειοποιήσω τα γαλλικά μου και να αρχίσω να γράφω στα γαλλικά. Τι κάνει λοιπόν ένας άνθρωπος που δραστηριοποιείται σε αυτούς τους χώρους; Είναι αμήχανος! Η αμηχανία είναι το πιο καταστροφικό συναίσθημα. Χειρότερο και από την κατάθλιψη. Γιατί εκεί έχεις έναν εχθρό και τον αντιμετωπίζεις. Η αμηχανία σε ακινητοποιεί. Με την αμηχανία γινόμαστε άνθρωποι slow motion.  Έπειτα όσοι εργάζονται σε διάφορες δουλειές για να ζήσουν, πώς μπορούν να δημιουργήσουν μετά από σωματική και πνευματική κόπωση;»

-Είναι ο άπλετος χρόνο το καλύτερο καθεστώς για τη δημιουργία;

«Όχι, γυρίζει και μπούμερανγκ ο άπλετος χρόνος. Χρειάζεται μια μέση κατάσταση. Θα ονειρευόμουν ανθρώπους που ζουν από την τέχνη, σκηνογράφους, σκηνοθέτες, συγγραφείς. Μπορώ να δηλώσω εγώ συγγραφέας επειδή έχω βγάλει βιβλία; Ζω από αυτό; Όχι. Εγώ με τη δουλειά που έκανα είχα την ευχέρεια να βρίσκω υλικό για να γράψω. Τη στιγμή που ερχόταν μια είδηση, για παράδειγμα, από το εξωτερικό δελτίο, θα μπορούσε να είναι η αφορμή για ένα βιβλίο μου. Την αρχειοθετούσα στο αρχείο μου ενώ την τιτλοφορούσα για την εφημερίδα».

-Γιατί δεν εξάγουμε σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;

«Φταίει το κεφάλι. Τι να κάνει ένα συγγραφέας; Έχω γράψει πέντε βιβλία. Να βρω εκδοτικό οίκο σε άλλη χώρα; Να το μεταφράσω μόνος μου; Αν δεν υπάρχει κράτος, αν δεν  έχεις ατζέντη δεν βγαίνεις εύκολα έξω. Οι νεότεροι Έλληνες συγγραφείς δεν μεταφράζονται.  Κάποιοι συγγραφείς χρηματοδοτούν τα βιβλία τους, παίρνουν κάποια αντίτυπα, τα πωλούν στους αγαπημένους τους φίλους και από κει και πέρα ακόμα και εκατό άνθρωποι να το αγοράσουν σ’ ένα βιβλιοπωλείο θα είναι κέρδος. Γιατί εκείνοι θα πρέπει να δώσουν το παρών. Πιστεύω πως για το χώρο του βιβλίου τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ ό,τι στο θέατρο ή στον κινηματογράφο παρόλο που οι πωλήσεις έχουν πέσει. Μέσα στην κρίση βγήκαν καινούργιοι εκδοτικοί οίκοι και πέτυχαν: η Κίχλη, η Ποικίλη Στοά, οι εκδόσεις Κάππα. Γίνονται παρουσιάσεις, λέσχες ανάγνωσης, σεμινάρια γραφής. Βγαίνουν καινούργιοι συγγραφείς και υπάρχουν ακόμα σελίδες βιβλίου μέσα στις εφημερίδες».

-Δεν σκεφτήκατε να μπείτε στην  αραβική αγορά βιβλίου δεδομένης της σχέσης σας με την Αίγυπτο…

«Το όνειρό μου δεν ήταν να πετύχω ως συγγραφέας στο Κάιρο ή στη Δαμασκό. Με συγκινεί να διαβαστεί ένα βιβλίο μου στην Καρδίτσα, στη Λάρισα, στο Βόλο. Γιατί γράφω για την Ελλάδα του σήμερα. Για να πουληθεί ένα βιβλίο μου στην Αίγυπτο θα πρέπει να γράψω για την κουλτούρα της Αιγύπτου. Πρέπει να μπεις σε άλλη φιλοσοφία. Δεν λέει τίποτα που είμαι μέλος του συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Όσο για αραβικά, τα ξέχασα. Φύγαμε από το Πορτ  Σάιντ για Κάσο όταν ήμουν επτά χρονών».

 «Το ταλέντο δεν διδάσκεται…»

 -Τελικά διδάσκεται η τέχνη της συγγραφής;

«Το ταλέντο δεν διδάσκεται. Γι’ αυτό και βλέπεις να βγαίνουν ταλέντα από απίθανους τόπους. Κάνω σεμινάρια θεατρικής γραφής. Στις συναντήσεις  μιλάω για το πώς γράφω εγώ, τι διαβάζω, πώς σκέφτομαι. Και αυτό  μ’ αρέσει να το κάνω δωρεάν γιατί μ’ αρέσει η ιδέα  πως έριξες ένα σπόρο και έπιασε. Αυτό που λέω πάντα είναι: “δεν είστε συγγραφείς, είστε αναγνώστες που γράφουν”. Κάνω και μαθήματα δημιουργικής γραφής αναλύοντας βιβλία, λέσχες ανάγνωσης στη Θεσσαλία με την οποία έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Διασκεδάζω με το πολιτιστικό ηλεκτρονικό περιοδικό Fermouart που έχουμε φτιάξει γιατί έρχομαι σε επαφή με την  καινούργια γενιά».

-Στην Αθήνα ανεβαίνουν τόσες παραστάσεις όσες και  στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές μητροπόλεις.  Κι όμως μιλάμε για τεράστια κρίση στο χώρο του θεάτρου. Τι συμβαίνει;

«Έχουμε 1000 παραστάσεις και εκατοντάδες σκηνές. Είμαστε μάγκες; Ή έχουμε πήλινα πόδια, πόδια που σπάνε; Εκατοντάδες παιδιά βγαίνουν από τις δραματικές σχολές. Πληρώνουν για να παίξουν, για να δώσουν μια απάντηση στο όνειρο τους και στους γονείς τους που τους είπαν να μη γίνουν ηθοποιοί».

-Υπάρχει τελικά ελληνικός κινηματογράφος εκτός από το greek weirdcinema  όπως αποκαλούν το στυλ του Λάνθιμου εκτός Ελλάδας;

«Ένας  Λάνθιμος βγήκε και αυτός έπαψε να συνεργάζεται με τον Έλληνα συνεργάτη του. Είναι δικό μας παιδί και προσπαθούμε να τον υιοθετήσουμε. Το ελληνικό κέντρο κινηματογράφου αλλάζει διοικήσεις. Δεν μπορούμε να ζούμε με το φάντασμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Ο Αγγελόπουλος σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή. Αλλά θα ήθελα νέες φωνές. Δεν κάνουμε εδώ αυτό που λέμε ποιοτικό ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Γενικά  ζούμε με φαντάσματα του παρελθόντος. Με τον Αριστοτέλη, τον Σωκράτη, τον Ευριπίδη και τον Αισχύλο».

-Πότε χρονολογείται το πρώτο δείγμα δικής σας γραφής;

«Έγραψα στο νησί όταν άρχισα να διαβάζω Ιούλιο Βερν. Αυτό ήρθε και έδεσε με την πρώτη φορά που άκουσα ραδιόφωνο. Τότε είπα “θέλω να μπω εκεί μέσα”. Τότε άρχισα να διαβάζω και εφημερίδες και είπα “θέλω να γράφω στα ΝΕΑ”. Κάπου στα δεκατέσσερα»

-Και τα καταφέρατε όλα…

«Ναι. Επειδή όμως είχα μια γρήγορη εξέλιξη στην εφημερίδα, άργησα να βγάλω βιβλίο. Από ανασφάλεια. Έλεγα είμαι ένας καλός δημοσιογράφος, γιατί να ρισκάρω να γίνω ένας κακός συγγραφέας; Γι’ αυτό και το πρώτο μου βιβλίο το έβγαλα στα 39. Ήθελα τουλάχιστον να είμαι περήφανος, να μην ντρέπομαι, να είμαι καλά με τον εαυτό μου».

-Σε τι φάση βρίσκεστε τώρα δημιουργικά;

«Τώρα είμαι σε τελική επεξεργασία ενός έργου που λέγεται “άνδρες ολικής αλέσεως” και αναφέρεται στην Ελλάδα της κρίσης. Το συζητάω με τον Σωτήρη Χατζάκη για να το ανεβάσει την άνοιξη του 2019. Δουλεύω και τον “Πρασινοδάχτυλο”Μου καρφώθηκε η ιδέα να γράψω ένα βιβλίο όπου ο ήρωας απογοητευμένος από τους ανθρώπους, φυτεύει ένα λουλούδι  για κάθε άνθρωπο της ζωής του. Και περνά όλα του τα συναισθήματα στα φυτά».

-Να κλείσουμε με τις  ρωμαϊκές αρένες που στήθηκαν στα  μίντια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή τον Ζακ…

«Είναι αισχρό αυτό που έκανε η τηλεόραση.  Είναι χαμηλού επιπέδου ακόμα και να εκφέρουμε γνώμη για αυτό που έκανε η κυρία Στεφανίδου στο ΣΚΑΙ. Το αποδοκιμάζω. Αποδοκιμάζω όμως και μια στρατιά προοδευτικών που ανακαλύπτουν τον Ζακ σήμερα. Ο κρατικός μηχανισμός θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσει ως έναν άνθρωπο που είχε την ανάγκη μιας συνδρομής. Κανείς δεν ασχολήθηκε με τον Ζακ όταν ήταν ζωντανός. Με το νεκρό Ζακ ασχολούμαστε».

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 05 Οκτωβρίου 2018