Ο Ηλίας Βρεττός περιγράφει καρέ καρέ το ατύχημα και συγκλονίζει!

Ο τραγουδιστής Ηλίας Βρεττός είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα για το οποίο χρειάστηκε να μείνει για αρκετές ημέρες στην εντατική και να κάνει τρεις σοβαρές επεμβάσεις. Αυτή τη φορά αποκαλύπτει τις στιγμές από το ακριβές συμβάν όπως το έζησε και συγκλονίζει με την περιγραφή του.

«Ήμουν στο αυτοκίνητο και η μόνη μου έγνοια ήταν να φτάσω σπίτι. Ήμουν πέντε ημέρες άυπνος γιατί είχα κάνει πέντε live, είχα την τροφική δηλητηρίαση, ήμουν ένας ζωντανός νεκρός. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τέτοια εξάντληση. Η φίλη μου ήθελε να με πάει στο νοσοκομείο, όμως εγώ την παρακάλεσα να με πάει σπίτι. Ήθελα μόνο να κοιμηθώ. Η κατάσταση μου μέσα στο αυτοκίνητο ήταν ζαβλακωμένη», αναφέρει ο τραγουδιστής στο Πρώτο Θέμα.

Το ατύχημα μέσα από τα μάτια του

«Αυτό που θυμάμαι από την ώρα του ατυχήματος ήταν όταν ένιωσα την πρώτη απότομη τιμονιά και κινηθήκαμε προς τα δεξιά. Άνοιξα αμέσως τα μάτια μου και είδα να πηγαίνουμε προς το κράσπεδο και ένα άλλο αυτοκίνητο να φεύγει αριστερά μας.

Στη συνέχεια μια απότομη αριστερή τιμονιά έφερε το αυτοκίνητο εκτός ελέγχου. Κινούμασταν με τις πάντες και εκεί είδα ένα δέντρο να έρχεται γρήγορα καταπάνω μου, στο πρόσωπο μου. Εκείνη τη στιγμή ήταν σοκαριστικό και αυτό που ένιωσα και αυτό που έζησα. Είπα “τέλος”. Το δυσάρεστο της υπόθεσης είναι ότι δεν έχασα ούτε για ένα λεπτό τις αισθήσεις μου. Έζησα όλο τον εφιάλτη, τα 45-50 λεπτά εγκλωβισμένος στο αυτοκίνητο, με τη φίλη μου σε σοκ να ουρλιάζει, τους διασώστες να δίνουν μάχη, λαμαρίνες, θόρυβος, άγχος, φωνές. Είχα παραδοθεί. Δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω. Έτσι όπως ήμουν εγκλωβισμένος έκανα εμετό πάνω μου. Ηταν μια τραγική κατάσταση», αποκαλύπτει ο Ηλίας Βρεττός και προσθέτει για τις στιγμές που έζησε στο νοσοκομείο:
«Μετά από ώρα άρχισα να νιώθω τα πόδια μου. Αφού οι διασώστες είχαν κόψει κλαδιά και σίδερα, βγαίνοντας και αλλάζονται τη στάση του σώματός μου Ξεκίνησαν οι φριχτοί πόνοι, οι οποίοι κορυφώθηκαν φτάνοντας στο νοσοκομείο. Εκεί έπεσαν πάνω μου δεν ξέρω πόσα άτομα. Μου έσκισαν τα ρούχα με ψαλίδι, μου είχαν πιάσει τρεις το χέρι για να το βάλουν στη θέση του, άλλοι δυο-τρεις το πόδι, μου περνούσαν καθετήρες, μου έκαναν ενέσεις, μου έβαζαν υπόθετα, με γυρνούσαν από εδώ, με γυρνούσαν από εκεί. Δεν έβγαλα άχνα. Δεν είχα δύναμη να φωνάξω από τον πόνο. Απλά είχα σφίξει τα δόντια και τρέχανε δάκρυα στα μάτια μου».