Ο broker και οι απάτες εκατομμυρίων ευρώ

Του Θ. Παπαδόπουλου
Σενάριο χολιγουντιανής ταινίας θυμίζει η περίπτωση ενός «επιφανούς broker» με γραφείο στο Κολωνάκι, ο οποίος φέρεται να έχει εξαπατήσει αρκετά πρόσωπα απομυζώντας εκατομμύρια ευρώ για πλασματικές και ψευδείς επενδύσεις.

Πρόκειται για μια υπόθεση η οποία απασχολεί έντονα τις δικαστικές αρχές της χώρας μας καθώς τουλάχιστον εφτά ανακριτές διερευνούν τη συγκεκριμένη υπόθεση με πρωταγωνιστή τον broker «Σ. Παπ».

Ήταν Νοέμβριος του 2017 όταν ο συγκεκριμένος συνελήφθη από αστυνομικούς καθώς σε βάρος του είχαν εκδοθεί τρία εντάλματα σύλληψης. Επιπλέον του έχουν υποβληθεί τουλάχιστον 15 μηνύσεις, από 15 διαφορετικά πρόσωπα τα οποία είτε διέθεσαν κεφάλαια εταιρειών τους, είτε πούλησαν  σπίτια ή τα υποθήκευσαν ως  εγγύηση για τη λήψη τραπεζικών δανείων.

Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονται ένας επιχειρηματίας με εταιρεία μεταλλικών κατασκευών, ένας  σύμβουλος πληροφορικής και μια τοπογράφος-μηχανικός, ενώ εκτιμάται ότι τα θύματα είναι περισσότερα. Δεν έχουν όμως όλα -τουλάχιστον ακόμα- προσφύγει στη δικαιοσύνη, ελπίζοντας ότι τα χρήματά τους δεν έχουν γίνει στο σύνολο τους  «αέρας κοπανιστός» και κάποια στιγμή θα εισπράξουν το αντίτιμο των αποδόσεων  που τους είχε υποσχεθεί ο κατηγορούμενος.

Η δράση του broker

Ο Σ. Παπ. εμφανιζόταν ως ειδήμων στα χρηματοοικονομικά και διευθύνων σύμβουλος διαφόρων εταιρειών με έδρες ανά τον κόσμο. Με περίτεχνο τρόπο κατόρθωνε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των θυμάτων του τα οποία του εμπιστεύτηκαν τις οικονομίες μιας ζωής. Ο ίδιος είχε καταφέρει να «πλάσει» για τον εαυτό του ένα προφίλ ειδικού σε θέματα επενδύσεων, με επαφές και δράση παγκόσμιας εμβέλειας. Τα όσα περιγράφει στη μήνυση που κατέθεσε σε βάρος του μία γυναίκα η οποία έλαβε δάνεια ύψους 400.000 ευρώ υποθηκεύοντας δύο σπίτια είναι ενδεικτικά για τον τρόπο δράσης του. Σύμφωνα με τη μήνυση ο Σ. Παπ. είχε μετακομίσει σε σπίτι στο Λαγονήσι. Επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό οίκημα έκτασης 400 τετραγωνικών μέτρων με πισίνα το οποίο ίδιος δήλωνε ότι είχε αγοράσει.

 

Υποστήριζε μάλιστα ότι το προηγούμενο σπίτι του το είχε μισθώσει στην Ισραηλινή πρεσβεία έναντι 10.000 ευρώ μηνιαίως για δέκα χρόνια. Ωστόσο, το συγκεκριμένο δεν ήταν και το μοναδικό σπίτι που μίσθωνε, καθώς εμφανιζόταν να διαμένει σε μεζονέτα στη Δροσιά, ενώ όπως υποστηρίζει η συγκεκριμένη γυναίκα, «με προσκαλούσε σε κοινωνικές εξόδους με έτερα πρόσωπα σε ακριβά εστιατόρια (Πεντελικόν, Χίλτον,  Μεγάλη Βρετάνια, Grand Resort Lagonissi,  Αστέρα Βουλιαγμένης,  Ιθάκη, Μύθο, Κιούπια, Boscetto κ.α.), σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, όπου πλήρωνε το λογαριασμό, αφήνοντας σημαντικά φιλοδωρήματα».

Εκτός από τα εντυπωσιακά σπίτια και τις πανάκριβες εξόδους ο broker με τη χλιδάτη ζωή οδηγούσε πανάκριβα αυτοκίνητα τύπου λιμουζίνας, χρησιμοποιούσε σοφέρ, απασχολούσε  οικιακές βοηθούς και κηπουρό και διατηρούσε  πολυτελές γραφείο  στο Κολωνάκι.

Οι υποτιθέμενες συναντήσεις με κορυφαίους επιχειρηματίες

Ο Σ. Παπ. στις συζητήσεις του ανέφερε διαρκώς ότι προχωρούσε σε συναντήσεις με κορυφαίους επιχειρηματίες. Ένας από αυτούς υποστήριζε ότι ήταν και ο ιδιοκτήτης του Alpha, Δημήτρης Κοντομηνάς, με τον οποίο υποτίθεται ότι θα συνεργαζόταν για την ίδρυση μιας μεγάλης τράπεζας. Με τον τρόπο αυτό δελέαζε τα θύματά του τα οποία εντυπωσιάζονταν και πείθονταν ώστε να του εμπιστευθούν τεράστια ποσά με το δέλεαρ ότι θα λάβουν πίσω υψηλές αποδόσεις.

«Δεν σταματούσε να συζητεί για υποτιθέμενες συναντήσεις του με επιχειρηματίες και πολιτικούς. Ανέφερε ονόματα, όπως του επιχειρηματία Κοντομηνά, με τον οποίο δήλωνε ότι θα συνεργαζόταν για την ίδρυση μεγάλης τράπεζας από την εξαγορά μικρότερων, με στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, καθώς και για τα επενδυτικά του σχέδια, κάνοντας λόγο για επισκέψεις σε Βουλγαρία, Κύπρο (διατηρούσε γραφείο), συναντήσεις με μεγαλοεπενδυτές  και για συχνότατες επισκέψεις στο Λουξεμβούργο, όπου δήθεν βρισκόταν η έδρα της εταιρείας του και στη Νέα Υόρκη, όπου δήθεν διατηρούσε γραφεία» αναφέρει στη μήνυσή της η συγκεκριμένη γυναίκα.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι επενδυτές, ο Σ. Παπ. τούς εγγυόταν το κεφάλαιό τους και πολύ υψηλές αποδόσεις. Μάλιστα τους έδινε και κάποια από τα υποτιθέμενα κέρδη προκειμένου να μην  υποψιαστούν την απώλεια μεγάλων ποσών που έδιναν για αγορές  των μετοχών. Η περίπτωση του Β.Π. είναι χαρακτηριστική. Το συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως υποστηρίζει έδωσε στον κατηγορούμενο 1.428.907 ευρώ προκειμένου να τα επενδύσει. Τα υποτιθέμενα κέρδη του ανέρχονταν βάσει πλασματικών συγκεντρωτικών καταστάσεων σε 401.526 ευρώ.

Όταν όμως ζήτησε τις αποδόσεις ο Σ.Παπ. δυσαρεστήθηκε και του είπε ότι θα του δίνει σιγά σιγά τα χρήματα για να μην εκτεθεί στους επενδυτικούς φορείς Ελβετίας και Λουξεμβούργου. Του κατέβαλε μέσα σε δύο χρόνια 372.533 ευρώ μέχρι που εξαφανίστηκε.

Η ελβετική εταιρεία που ήταν κυπριακή

Εντύπωση προκαλούν και όσα αναφέρονται σε ένα από τα κατηγορητήρια που έχουν συνταχθεί σε βάρος του broker, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος εμφανιζόταν να έχει ιδρύσει ελβετική εταιρεία η οποία όμως ήταν στην πραγματικότητα κυπριακή. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Σ.Παπ. υποστήριζε ότι η εταιρεία ήταν ελβετική και είχε συγκεντρώσει κεφάλαια ύψους 34.000.000 ευρώ από επενδυτές από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και Ελβετών. Μάλιστα ισχυριζόταν ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει κεφάλαιο ύψους 9.000.000 ευρώ και πως επρόκειτο για μια μεγάλη επένδυση με εξασφαλισμένη υπεραπόδοση η οποία θα πραγματοποιούνταν μετά από ένα χρόνο καθώς η εταιρεία επρόκειτο να πωληθεί εξασφαλίζοντας υψηλό τίμημα. Με τη μόνη διαφορά ότι η εταιρεία ήταν εισηγμένη στο χρηματιστήριο, δίχως πραγματικά διαθέσιμα και μετοχές με μηδενική αξία.

Αναφέρει χαρακτηριστικά το κατηγορητήριο σε βάρος του Σ.Παπ.:
« …Πρότεινες επένδυση  σε μετοχές της εταιρείας  ως μοναδική ευκαιρία με εξασφαλισμένη υπεραπόδοση 7,24 φορές το συνολικό ύψος του κεφαλαίου  εντός ενός έτους, εάν δε οι μέτοχοι παρέτειναν την επένδυση στους 28 μήνες, η απόδοση θα  ήταν 10,12 φορές το ύψος του κεφαλαίου… παρότρυνες (την επενδύτρια) να λάβει δάνεια από τράπεζες ώστε να καταβληθούν τα χρήματα για την αγορά των μετοχών  τα οποία θα φρόντιζες να επιστραφούν με τα πολλαπλάσια κέρδη που θα επιτύγχανες από την πώληση της εταιρείας.  Αληθές ήταν ότι η εταιρεία ήταν κυπριακή κι όχι ελβετική , μη εισηγμένη στο χρηματιστήριο, χωρίς πραγματικά διαθέσιμα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και οι μετοχές της είχαν μηδενική αξία» .

Ο ίδιος στην απολογία του υποστηρίζει ότι τα κέρδη της επίμαχης εταιρείας το 2016 ανέρχονταν σε 7.000.000 ευρώ και ισχυρίζεται ότι δεν είχε αποδώσει τα μερίσματα στους μετόχους γιατί επανεπένδυε τα κέρδη που θα εκκαθαρίζονταν προκειμένου να αποδοθούν το 2019. Λόγω κρίσης όμως η εταιρεία δεν εισήχθη στο χρηματιστήριο και τα κέρδη δεν ήταν  τα αναμενόμενα.

Το αίτημα για συνένωση των δικογραφιών

Μετά τη σύλληψή του πάντως και την απολογία του στους τρεις ανακριτές που είχαν εκδώσει τα εντάλματα αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Συγκεκριμένα του επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εμφάνιση στο Αστυνομικό Τμήμα, ενώ για τη μια δικογραφία του επιβλήθηκε και μικρή χρηματική εγγύηση.

Το ερώτημα όμως που εύλογα ανακύπτει  είναι γιατί δεν έχουν συνενωθεί ως συναφείς, για την επιτάχυνση των διαδικασιών και βεβαίως για το ενιαίον της κρίσης, όλες οι δικογραφίες, οπότε και θα διαφαινόταν αμέσως και το μέγεθος της καταγγελλόμενης κομπίνας.

Σχετικό αίτημα είχε υποβάλλει ο Αθανάσιος Βαρλάμης,  νομικός παραστάτης μηνυτών ο οποίος ως έμπειρος νομικός μπορεί να διαβλέψει το τι θα ακολουθήσει. Ο ίδιος είχε καταθέσει την πρώτη έγκληση το 2013 κι ακολούθησε «τσουνάμι» μηνύσεων. Εάν δεν συνενωθούν οι δικογραφίες, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος κάθε δικογραφία να ολοκληρώνεται σε άλλο χρόνο, οι υποθέσεις να παραπεμφθούν σε άλλες δικασίμους, και τα χρόνια θα περνάνε με τις αναβολές  να ακολουθούν η μια μετά την άλλη.

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018