Σήμερα η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για την ανάπτυξη του 1ου τριμήνου

Απάντηση για το πώς θα καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό 1% του ΑΕΠ που εντοπίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στον φετινό προϋπολογισμό αναμένεται από τις σημερινές ανακοινώσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) σχετικά με τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 1ο τρίμηνο του 2019.

Μετά από την ΕΛΣΤΑΤ, αναμενεται να δημοσοποιηθεί και η 3η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας της Ελλάδας.

Σε αυτή οι θεσμοί θα επισημαίνουν τη δημοσιονομική «τρύπα» 1% του ΑΕΠ ή 1,9 δισ. ευρώ για το 2019 και άλλων 2,85 δισ. ευρώ για το 2020 (δηλαδή, συνολικά 4,75 δισ. ευρώ στη διετία).

Η πορεία του ΑΕΠ θα αποτελέσει το κλειδί

Από την πορεία του ΑΕΠ θα εξαρτηθεί – ως φαίνεται – το κλείσιμο της οποίας τρύπας προκύψει στα δημοσιονομικά από το πακέτο παροχών.

Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2019 προβλέπει ανάπτυξη 2,5% για φέτος, αλλά στις προβλέψεις που έστειλε η κυβέρνηση τον Απρίλιο στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου έριξε τον πήχη στο 2,3%.

Η Κομισιόν περιμένει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% φέτος, ο ΟΟΣΑ κατά 2,1%, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) κατά 2%, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9%. Εξάλλου, το 1ο τρίμηνο του 2018 είχε κλείσει με ανάπτυξη 2,3% σε ετήσια βάση.

Η 3η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας θα αποτυπώνει την ανησυχία για τις προεκλογικές παροχές της απερχόμενης κυβέρνησης και για τις απογοητευτικές επιδόσεις της στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων.

Σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα του real.gr, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα τονίζει στην έκθεση ότι «τα μέτρα της 15ης Μαΐου θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019 και επέκεινα».

Ακόμη έμφαση δίνεται στην «ποιότητα των δημοσιονομικών μέτρων που υιοθετήθηκαν στις 15 Μαΐου και είναι πηγή ανησυχίας σε σχέση με τον στόχο να γίνουν τα δημόσια οικονομικά πιο φιλικά προς την ανάπτυξη και την αύξηση των κοινωνικών δαπανών προς τις ομάδες του πληθυσμού που είναι πιο κοντά στο όριο της φτώχειας».

Επίσης θα σημειώνεται ότι «τα μέτρα για το ΦΠΑ και τις συντάξεις είναι προσανατολισμένα στην κατανάλωση και θα εξανεμίσουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο ο οποίος προβλεπόταν στη νομοθεσία του 2017 για ωφέλιμες προς την ανάπτυξη μειώσεις σε φόρους επί της εργασίας και εταιρικούς φόρους».

Εμφανής θα είναι επίσης η ενόχληση για τις καθυστερήσεις στις ιδιωτικοποιήσεις, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες, την εφαρμογή του νέου νόμου για την προστασία της Α΄ κατοικίας από πλειστηριασμούς και τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, καθώς και για την υπέρβαση του ορίου των προσλήψεων προσωρινού προσωπικού στο Δημόσιο.

Μάλιστα, θα ζητείται η μείωση των υπαλλήλων στο Δημόσιο κατά 1.550 άτομα φέτος. Αρνητικά θα είναι ακόμα τα σχόλια για τις ρυθμίσεις οφειλές σε έως 120 δόσεις, καθώς οι θεσμοί (χωρίς να έχουν προλάβει να λάβουν υπόψη τη χθεσινή παράταση της ρύθμισης οφειλών προς την εφορία έως τις 30 Σεπτεμβρίου) θεωρούν ότι θα προκαλέσουν «τρύπα» στον κρατικό προϋπολογισμό και θα επιδεινώσουν την κουλτούρα πληρωμών.

Όσον αφορά στο σχέδιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,5% του ΑΕΠ από 3,5% την περίοδο 2020-2022 με τη χρήση 5,5 δισ. ευρώ από το «μαξιλάρι» διαθεσίμων, η έκθεση θα παραπέμπει το θέμα στην κρίση του Εurogroup, που ήδη όμως έχει εκφράσει την αντίθεσή του.