Σε αργία τέθηκε ο κεντρικός τραπεζίτης της Λετονίας

Σε διαθεσιμότητα τέθηκε εν τέλει ο κεντρικός τραπεζίτης της Λετονίας Ίλμαρς Ρίμσεβιτς, μετά και τις τελευταίες εξελίξεις που αφορούν το σκάνδαλο δωροδοκίας που έχει ξεσπάσει εις βάρος του για το οποίο συνελήφθη, ενώ η υπόθεση εξετάζεται.

Ο ίδιος από μεριάς του δηλώνει αθώος σχετικά με τις φήμες που κυκλοφορούν, ισχυριζόμενος ότι έχει πέσει θύμα μιας εκστρατείας σπίλωσης σε βάρος του που βρίσκεται σε ισχύ. «Έγινα στόχος ορισμένων εμπορικών τραπεζών που θέλουν να καταστρέψουν τη φήμη της Λετονίας».

Ταυτόχρονα, έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας καταγγελίες για μια εκ των κορυφαίων τραπεζών της χώρας ότι νομιμοποίησε έσοδα από αθέμιτες δραστηριότητες, γεγονός που φέρνει ισχυρούς τριγμούς στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Από την άλλη πλευρά, το γραφείο του πρωθυπουργού Μάρις Κουτσίνσκις ανακοίνωσε ότι ο Ρίμσεβιτς τέθηκε σε αργία καθώς η υπηρεσία καταπολέμησης της διαφθοράς ερευνά τον ισχυρισμό ότι ζήτησε να δωροδοκηθεί με το ποσό των 100.000 ευρώ.

Επίσης, ο πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε ότι οι καταγγελίες αυτές κατατέθηκαν από έναν Ρώσο τραπεζίτη, ιδιοκτήτη μια γνωστής μικρής τράπεζας ονόματι Norvik Bank, ο οποίος παρά την παρότρυνση των αρχών, δεν προσκόμισε ποτέ τα απαραίτητα στοιχεία για να στοιχειοθετήσει τις καταγγελίες του.

Από μεριάς του το υπουργείο Άμυνας της χώρας άφησε ευθέως υπόνοιες ότι οι καταγγελίες σε βάρος του κεντρικού τραπεζίτη αποτελούν προϊόν πλεκτάνης το οποίο σκοπό έχει τη δημιουργία εκστρατείας παραπληροφόρησης προκειμένου να πληγεί η εμπιστοσύνη της κυβέρνησης και να επηρεαστεί το αποτέλεσμα των εκλογών που αναμένονται να διεξαχθούν τον Οκτώβριο.

Τι αναφέρει στην ανακοίνωσή του το Υπουργείο Άμυνας

«Σε σχέση με τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών στον τραπεζικό τομέα και την κράτηση του Ίλμαρς Ρίμσεβιτς, του επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Λετονίας, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να διεξάγεται μια επιχείρηση παραπληροφόρησης από το εξωτερικό.[…] Η εκστρατεία αυτή είναι πανομοιότυπη στη δομή και την εκτέλεσή της με εκείνες που παρατηρήθηκαν στη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ πριν από τις εκλογές».