Στα 8.000 ευρώ ο μέσος φόρος για το έτος 2019

Του Γ. Σταφυλά
Νέα φοροεπιδρομή περιλαμβάνει στα εισοδήματα της μεσαίας τάξης ο προϋπολογισμός που ψηφίστηκε την περασμένη Τρίτη στη Βουλή, καθώς ο μέσος φόρος το 2019 κυμαίνεται στις 8.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ο προϋπολογισμός του 2019 προβλέπει νέα φορολογική επιβάρυνση ύψους 51,4 δισ. ευρώ, με τους φόρους να είναι αυξημένοι κατά 300 εκατ. ευρώ σε σχέση με την πρόβλεψη για έσοδα 51,1 δισ. ευρώ. Ο μέσος φόρος ή καλύτερα το μέσο έλλειμμα για κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση θα φθάσει τις 7.900 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι ο λογαριασμός των φόρων που θα πρέπει να πληρώσουν οι φορολογούμενοι προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ το 2019 που έχει θέσει η κυβέρνηση έναντι 3,5% του ΑΕΠ που ορίζει το μεταμνημονιακό πρόγραμμα εποπτείας.

Σε απόλυτα μεγέθη το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019, μετά την αφαίρεση  των θετικών μέτρων θα διαμορφωθεί σε 6,9 δισ. ευρώ, αφήνοντας ένα περιθώριο ασφαλείας 199 εκατ. ευρώ για να μην υπάρξουν ανατροπές ως προς τον μνημονιακό στόχο. Τα καθαρά έσοδα του προϋπολογισμού θα ανέλθουν στα 53,8 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 190 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2018 ή κατά 392 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο του Μεσοπρόθεσμου. Οι δαπάνες, από την άλλη πλευρά, προβλέπεται να συγκρατηθούν στα 56,9 δισ. ευρώ για τη νέα χρονιά.

Η ανάπτυξη για το 2019 εκτιμάται ότι θα κινηθεί στο 2,5% από 2,1% που ήταν φέτος, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τον επόμενο χρόνο δεν θα ξεπεράσει το 2,3%. Το ΑΕΠ της χώρας θα διαμορφωθεί σε 192,7 δισ. ευρώ έναντι 185,6 δισ. ευρώ του 2018.

Το 20% των πολιτών πληρώνει το 80% των φόρων

Η υπερφορολόγηση στην Ελλάδα είναι υπόθεση των λίγων, γεγονός άσχημο για την οικονομία και τα δημόσια έσοδα, αλλά χρήσιμο για  την  κυβέρνηση που επιδιώκει την επανεκλογή της.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά καθώς σε σύνολο περίπου 8,8 εκατομμυρίων φυσικών προσώπων, τα 7,1 εκατομμύρια ή το 80% πληρώνουν από μηδέν έως και 100 ευρώ τον μήνα στην εφορία.  Σε ότι αφορά στον ΕΝΦΙΑ, οι οκτώ στους δέκα πληρώνουν επίσης από μηδέν έως 42 ευρώ μηνιαίως.

Από την επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων προκύπτουν επιπλέον στοιχεία τα οποία είναι αποκαλυπτικά. Ειδικότερα το 80,8% των φορολογουμένων που δηλώνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα και υφίστανται τις μικρότερες επιβαρύνσεις καταβάλλουν μόλις το 16,8% του συνολικού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ο οποίος από μόνος του αντιστοιχεί κοντά στο18% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας. Έτσι, το υπόλοιπο 83,2% των φόρων μοιράζεται στο 19,2% των πολιτών. Ή πιο απλά: 7.091.832 φορολογούμενοι με τα χαμηλότερα εισοδήματα πληρώνουν κατά μέσον όρο 190 ευρώ τον χρόνο στην εφορία και 1.676.485 φορολογούμενοι με τα υψηλότερα εισοδήματα καταβάλλουν κατά μέσον όρο 3.985 ευρώ, δηλαδή 21 φορές περισσότερα.

Tα ανωτέρω στοιχεία επιβεβαιώνουν τον υπουργό Οικονομικών κ. Τσακαλώτο ο οποίος παραδέχθηκε ανοικτά ότι, φόρτωσε περισσότερα βάρη στην «μεσαία τάξη». Ο ίδιος ξέρει καλά ότι το 80% του κόσμου ακούει για την υπερφορολόγηση, αλλά δεν την αντιλαμβάνεται ούτε στο εκκαθαριστικό της εφορίας, ούτε στο εκκαθαριστικό του ΕΝΦΙΑ. Η υψηλή, όμως, φορολογία δεν κρύβεται μόνο στους άμεσους φόρους οι οποίοι εξ ορισμού έχουν αναλογικό χαρακτήρα προκειμένου οι έχοντες τα μεγαλύτερα εισοδήματα να επιβαρύνονται περισσότερο σε σχέση με τα φτωχότερα στρώματα. Κρύβεται και στους έμμεσους, οι οποίοι πλήττουν κυρίως τους φτωχότερους.

Από τους υψηλότερους της Ευρώπης ο ΦΠΑ

Υπερφορολόγηση συνιστά για παράδειγμα ότι ο βασικός συντελεστής του ΦΠΑ είναι στους τέσσερις υψηλότερους της Ευρώπης, όπως επίσης και το ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα (κυρίως στο πετρέλαιο κίνησης και στην αμόλυβδη) βρίσκεται στην πρώτη τριάδα όχι μόνο σε πανευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρά τις προφανείς συνέπειες των έμμεσων φόρων στην κατανάλωση, αυτό που «πονάει» περισσότερο τους πολίτες είναι όταν υποχρεώνονται να προσέλθουν στις τράπεζες για να πληρώσουν μία ακόμη δόση του εκκαθαριστικού. Αυτό το γνωρίζει η σημερινή κυβέρνηση και γι’ αυτό μετατοπίζει ολοένα και περισσότερα βάρη στους ολίγους.

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018