Τα παιχνίδια εξουσίας κάνουν το Σύνταγμα… κουρέλι

Των Γ. Συμεωνίδη, Χρ. Τσαλικίδη
Τα ιδιότυπα παιχνίδια εξουσίας που βρίσκονται σε εξέλιξη τα τελευταία 24ωρα με αφορμή την… κοκορομαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση, κάνουν το Σύνταγμα… κουρέλι.

Είναι αλήθεια ότι ο Αλέξης Τσίπρας σκέφτεται και την υστεροφημία του καταθέτοντας την πρότασή του για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας. Δεν είναι, όμως, αυτό το μοναδικό του κίνητρο φέρνοντάς την στη Βουλή προς το τέλος της θητείας του. Σημαντικός λόγος είναι η προσπάθειά του να πείσει και με αυτό το επιχείρημα την κοινή γνώμη πως ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ δεν είναι το ίδιο, αφού το κυβερνών κόμμα επιθυμεί να επεκτείνει τη λαϊκή κυριαρχία, να διαχωρίσει το κράτος από την Εκκλησία, να προστατεύσει δημόσια αγαθά και να αλλάξει τη διαδικασία ποινικής δίωξης υπουργών και βουλευτών, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση παλεύει για να μην αλλάξει τίποτα.

Όσον αφορά το ΚΙΝΑΛ, ο πρωθυπουργός επιχειρεί εκ νέου τη διάσπασή του στέλνοντας ξεχωριστή επιστολή στους προέδρους της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλο, και του ΚΙΔΗΣΟ, Γιώργο Παπανδρέου, οι οποίοι είναι πιο συναινετικοί στην πρότασή του από τη Φώφη Γεννηματά. Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι όποια κι αν είναι η επιλογή της προέδρου του ΚΙΝΑΛ θα έχει εκτεθεί σε κομμάτι του ακροατηρίου της, αλλά και του στελεχικού της δυναμικού. Αν αποδεχθεί την πρόταση Τσίπρα, θα έρθει σε αντιπαράθεση με όσους επιθυμούν μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ, ενώ αν πράξει το αντίθετο τότε απομακρύνει εκείνους που βλέπουν θετικώς τη συμπόρευση με την Κουμουνδούρου.

Εσωκομματική ήττα

Ως προς το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης, ο πρωθυπουργός καταγράφει μία τουλάχιστον εσωκομματική ήττα, αφού επιθυμούσε την απευθείας εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό στην περίπτωση που και η τρίτη ψηφοφορία ήταν ατελέσφορη, ωστόσο η πλειοψηφία της πολιτικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρνητική. Από την άλλη, κατάφερε να πείσει το κόμμα ότι ο διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από το άρθρο 3 και την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.

Πάντως στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ δεν έλειψαν οι διαφωνίες. Οι περισσότερες αντεγκλήσεις περιστράφηκαν γύρω από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου αποφασίστηκαν οι μέχρι κι έξι επαναληπτικές ψηφοφορίες κι αν δεν βρεθεί λύση η εκλογή του απευθείας από το λαό χωρίς διάλυση της Βουλής, καθώς και ο διαχωρισμός κράτους- Εκκλησίας, με έμφαση στο άρθρο 3. Για παράδειγμα αρκετοί βουλευτές, προεξάρχοντος του Νίκου Φίλη, ζήτησαν την κατάργησή του. Ειδικότερα, ο πρώην υπουργός Παιδείας ζήτησε και την κατάργηση της εναρκτήριας αναφοράς «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», χωρίς ωστόσο να εισακουστεί. Επίσης η κοινοβουλευτική ομάδα συμφώνησε να μην καταργηθεί η αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, να γίνει πιο λιτό το άρθρο 3 και να αναφέρεται ρητώς η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους.

«Κουτσή» η συνταγματική αναθεώρηση Τσίπρα απαντά η ΝΔ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι στενοί του συνεργάτες αξιολογούν ως «μη σοβαρή» την πρόταση που κατέθεσε ο πρωθυπουργός, εξηγώντας πως το Μέγαρο Μαξίμου χρησιμοποιεί μια κορυφαία θεσμική διαδικασία ως ευκαιρία να κρατηθεί για λίγους ακόμη μήνες στην εξουσία.

Στη Νέα Δημοκρατία επισημαίνουν σε όλους τους τόνους πως «η χώρα χρειάζεται ευρεία και τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη». Θέτουν, μάλιστα, ως προϋπόθεση συναίνεσης να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα του συντάγματος που εισηγούνται κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ώστε με την ψήφο τους στις επόμενες εκλογές οι πολίτες να επιλέξουν την κατεύθυνση των αλλαγών.

Το άρθρο 16 κρίνει τη στάση της ΝΔ

Και όταν λένε «όλα τα άρθρα», συμπεριλαμβάνουν και το περίφημο άρθρο 16 που θα ανοίξει το δρόμο για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. «Εάν δεν κριθεί αναθεωρητέο και αυτό το άρθρο, για εμάς δεν υφίσταται καμία πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης» διευκρινίζουν από την Πειραιώς, θέλοντας να αποφύγουν τυχόν… παρεξηγήσεις ή παρερμηνείες της στάσης τους. Για τη ΝΔ η αναθεώρηση του άρθρου 16 είναι σημαντική για δυο λόγους. Πρώτον γιατί, όπως εξηγούν, είναι αδιανόητο να απαγορεύεται στην Ελλάδα η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, όταν αυτό επιτρέπεται ακόμη και στη Βόρεια Κορέα. Δεύτερον, σε όλες τις δημοσκοπήσεις το 70% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ αυτής της αλλαγής.

Σε ποια άλλα άρθρα εστιάζει η Πειραιώς

Εκτός από το παραπάνω άρθρο, στην Πειραιώς ζητούν αναθεώρηση και του άρθρου 106 του συντάγματος, ούτως ώστε οι αλλαγές να συμβάλλουν  στην αναπτυξιακή ώθηση που τόσο έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία μέσω της εξασφάλισης ασφαλούς φορολογικού και ασφαλιστικού περιβάλλοντος. Άλλο παράδειγμα, επίσης, είναι το άρθρο 103 για τη ενίσχυση της διοικητικής αλλά και της οικονομικής αυτοτέλειας των δήμων, στάση την οποία στηρίζει η ΝΔ μέσω της πρότασης που κατέθεσε για μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Βαρύτητα δίνεται και στο άρθρο 3 που αφορά στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν κρίνει πως πρέπει να αλλάξει. Και αυτό γιατί κατά τον ίδιο το ζήτημα των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας δεν έχει κατ’ ανάγκη να κάνει με το συνταγματικό περίγραμμα. Όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές «πλέον η μπάλα βρίσκεται στα πόδια του κ. Τσίπρα, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει οτι δεν χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα, μόνο και μόνο για να αλλάξει την ατζέντα».

Αναλύουν στην Politik

Του Κώστα Χρυσόγονου*
Προεκλογικής σκοπιμότητας η πρόταση Τσίπρα για αναθεώρηση του Συντάγματος

Η κυοφορούμενη πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία θα κατατεθεί από την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, έχει προφανή  προεκλογική  σκοπιμότητα, καθώς μας χωρίζουν περίπου έξι μήνες από τις ευρωεκλογές και ενδεχομένως και τις εθνικές εκλογές (ενόψει και του προαναγγελθέντος διαζυγίου με τους ΑΝΕΛ).

Η διαφαινόμενη διάθεση χρήσης της διαδικασίας ως πολιτικού όπλου δυσχεραίνει την επίτευξη των απαιτούμενων συναινέσεων (αφού θα χρειαστεί κατά το Σύνταγμα πλειοψηφία 180 βουλευτών είτε στην παρούσα Βουλή είτε στην επόμενη) και καθιστά αμφίβολη την τελική έκβαση του εγχειρήματος.

Ως προς το περιεχόμενό της  έχει κάποια θετικά σημεία, όπως η αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και η μείωση της ποινικής προστασίας των πολιτικών προσώπων, στα οποία πιστεύω ότι θα συμφωνήσουν και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις επί της αρχής, αν και βέβαια δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο θα υλοποιηθούν όλα αυτά.

Υπάρχουν όμως και άλλα σημεία,  τα οποία δε φαίνεται να αποσκοπούν σε κάποια συνταγματική μεταβολή με ουσία, αλλά απλώς στην αποκομιδή πολιτικών εντυπώσεων. Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα των σχέσεων κράτους —Εκκλησίας, όπου τα πραγματικά προβλήματα ξεκινούν από την κοινή νομοθεσία και την πρακτική της διοίκησης και όχι από το Σύνταγμα.

Άρα  ο κ. Τσίπρας προσπαθεί  απλώς  να δώσει μία επίφαση «αριστεροσύνης» στην πρότασή του επικεντρώνοντάς τη και στο θέμα αυτό. Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα των λεγόμενων κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως τα δικαιώματα για κοινωνική ασφάλιση, υγεία κ.ά., όπου γίνεται λόγος για ενίσχυση της συνταγματικής τους κατοχύρωσης, τη στιγμή που και η υφιστάμενη κατοχύρωση δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί στην πράξη λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος.

Μάλιστα ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε στην ψήφιση των μέτρων για την περικοπή των συντάξεων. Άρα δεν θα ωφελούσε τώρα να μπει μία πιο ισχυρή φραστική διατύπωση στο Σύνταγμα, αφού ακόμη και με την υφισταμένη  διατύπωση, τα δικαστήρια έχουν κρίνει αντισυνταγματικές τις μειώσεις των συντάξεων και εντούτοις ο ίδιος ο κ. Τσίπρας δεν τις επαναφέρει , διότι δεν έχει τα χρήματα να το κάνει.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόταση για καθιέρωση ορίου βουλευτικής θητείας, σε συνδυασμό με την απαίτηση να είναι εν ενεργεία βουλευτής ο πρωθυπουργός. Τούτο θα οδηγούσε στον αυτοαποκλεισμό του κ. Τσίπρα για το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2020, αφού έχει ήδη σχεδόν μία δεκαετία βουλευτικής θητείας (από το 2009). Ενεργώντας όμως με δύο μέτρα και δύο σταθμά εξαιρεί τον εαυτό του από τον κανόνα (αφού το κώλυμα εκλογής δεν θα εφαρμόζεται για αρχηγούς κομμάτων και πρώην πρωθυπουργούς!).

Συμπερασματικά, φαίνεται πως ο κ. Τσίπρας δεν έχει μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς για τον τόπο. Ο μόνος σχεδιασμός που έχει και η μόνη του επιδίωξη είναι πώς θα παραμείνει είτε κάτοχος, είτε έστω διεκδικητής της κυβερνητικής εξουσίας και τώρα προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης για να αποκομίσει εκλογικό όφελος.

*Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι ανεξάρτητος Ευρωβουλευτής-Συνταγματολόγος

 

Του Ανδρέα Δημητρόπουλου*
Πρώτη αναθεώρηση η ειλικρινής εφαρμογή του Συντάγματος

Πρώτη αναθεώρηση η ειλικρινής εφαρμογή του Συντάγματος. Καλύτερα να επιδιώκουμε τρόπους καλής, ορθής και ειλικρινούς εφαρμογής, παρά να προσφεύγουμε διαρκώς σε αναθεωρητικές διαδικασίες, καθόσον οι πολλές αναθεωρήσεις πλήττουν τον ρυθμιστικό ιστό του Συντάγματος.

Πολλά μπορούν και πρέπει να αντιμετωπισθούν με μια αναθεώρηση. Είναι ακριβώς ο εντοπισμός των προβλημάτων, που πρέπει να προσδιορίζει τον στόχο κάθε αναθεώρησης και ασφαλώς όχι η πολιτική σκοπιμότητα, όπως ο αποπροσανατολισμός από τα υπαρκτά προβλήματα κ.λπ. Στα προβλήματα αυτά ανήκουν, μεταξύ άλλων, η επαγγελματοποίηση της πολιτικής και η οικογενειοκρατία, η αντιμετώπιση του πολιτικού κατεστημένου και ταυτόχρονα η διαρκής ανανέωση του πολιτικού προσωπικού.

Παράλληλα το έλλειμμα δημοκρατίας αλλά και του κράτους δικαίου έχουν επανέλθει έντονα στην επικαιρότητα. Η κοινωνική συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, η συμμετοχή του λαού στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας μέσω θεσμών άμεσης δημοκρατίας αποτελεί σήμερα ευρύτερη απαίτηση. Η εξασφάλιση της συνέχειας του κράτους ανεξάρτητα από την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία δεν έχει επιτευχθεί ακόμη στη χώρα μας.

Η εξασφάλιση ελέγχου και διαφάνειας στη διαχείριση της εξουσίας και ιδιαιτέρως στην οικονομική διαχείριση και η τιμωρία της πολιτικής ηγεσίας που παρανομεί δεν μπορούν να απουσιάζουν από μία σοβαρή αναθεωρητική προσπάθεια. Είναι παράλληλα η πολυνομία και οι επανειλημμένες και αποσπασματικές αλλαγές στη νομοθεσία που προκαλούν νομική αστάθεια και αβεβαιότητα, κορυφαία παραδείγματα οι αλλαγές στην εκπαιδευτική και τη φορολογική νομοθεσία.

Σοβαρότατο ζήτημα είναι ο πολυσυζητημένος «πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας» του σύγχρονου πολιτεύματος. Ο πρωθυπουργός έχει πράγματι αναχθεί σε ένα είδος «εκλεγμένου μονάρχη». Παράλληλα είναι η υπεροχή της πλειοψηφίας και τα θεσμικά αντίβαρα όπως η ενίσχυση της συμμετοχής της μειοψηφίας, της αντιπολίτευσης. Ο εκσυγχρονισμός της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης αποτελούσαν και αποτελούν και σήμερα πάγιους στόχους των αναθεωρητικών διαδικασιών. Μια αναθεώρηση μπορεί να αρκείται στην επιδιόρθωση υπαρχόντων θεσμών, ενώ άλλοτε μπορεί να είναι απαραίτητη η εισαγωγή νέων θεσμών (είτε υπήρχαν σε προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα είτε όχι).

Τρία θέματα απασχολούν ιδιαίτερα ενόψει της παρούσας συνταγματικής αναθεώρησης: η συμμετοχή των πολιτών, η ευθύνη των υπουργών και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

(α) Η συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας θα ενεργήσει διορθωτικά στις σοβαρές ατέλειες του αντιπροσωπευτικού συστήματος, ιδιαίτερα εμφανείς στην σύγχρονη εποχή. Είναι κυρίως το Δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών του οποίου είναι απαραίτητη η εισαγωγή με την αναθεώρηση του άρθρου 44 Σ. Υπογραφές 500.000 πολιτών πρέπει να αρκούν σε κάθε περίπτωση για να τεθεί ένα θέμα σε ψηφοφορία. Ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης το υποχρεωτικό Συνταγματικό Δημοψήφισμα, δηλαδή η έγκριση των αναθεωρητικών προτάσεων από το Εκλογικό Σώμα (άρθρ. 110 Σ),  όπως επίσης και η Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία (άρθρ. 73). Τα όρια  της από τον Λαό άσκησης της εξουσίας διαγράφονται στο Σύνταγμα (βλ. Αναλ.. Α. Δημητρόπουλου Το Δημοψήφισμα σ. 414 επ.). Απαραίτητη είναι η ίδρυση ανεξάρτητης αρχής δημοψηφισμάτων, η οποία θα έχει την ευθύνη της προετοιμασίας, διεξαγωγής αλλά και υλοποίησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

(β) Βασική μεταρρύθμιση στο πεδίο της ευθύνης των υπουργών αποτελεί η διάκριση των αδικημάτων που τελέσθηκαν κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων, για τα οποία ποινική δίωξη πρέπει να ασκείται μετά από άδεια της Βουλής. Αντίθετα δεν απαιτείται άδεια  όταν πρόκειται για εγκλήματα άσχετα προς τα υπουργικά καθήκοντα ή τελεσθέντα επ’ ευκαιρία της άσκησης. Για τα πρώτα αρμόδια πρέπει να είναι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ενώ για τα δεύτερα το κατά περίπτωση αρμόδιο Δικαστήριο. Η ρύθμιση αυτή εμποδίζει τη λεγόμενη ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, η οποία σε τελική ανάλυση εξαρτάται από τα πολιτικά ήθη και τον πολιτικό πολιτισμό.

(γ) Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να απεμπλακεί από τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών και να σταματήσει να είναι πολιτικό εργαλείο επίσπευσης των εκλογών, όπως συνέβη δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Γι’ αυτό πρέπει να διατηρηθούν οι τρεις πρώτες ψηφοφορίες (200, 200, 180) και αν δεν εκλεγεί Πρόεδρος τότε να γίνεται αμέσως άμεση από τον λαό εκλογή. Η ενίσχυση του κύρους του προέδρου είναι απαραίτητη ως αντίβαρο στην εξουσία της πλειοψηφίας, όταν αυτή αθετεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και υπερβαίνει το πλαίσιο της εντολής που έλαβε από το Εκλογικό Σώμα. Η προκήρυξη Δημοψηφίσματος με πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι αναγκαίο να προβλεφθεί. Η άμεση εκλογή δεν σχετίζεται με το προεδρικό σύστημα (βλ. λ.χ. ΗΠΑ, Αυστρία) ούτε εισάγει οποιαδήποτε «δυαρχία» αν δεν συνοδεύεται από ενίσχυση των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Στο προεδρικό σύστημα ο πρόεδρος προεδρεύει και κυβερνά, ενώ στο κοινοβουλευτικό προεδρεύει αλλά δεν κυβερνά.

*Ο Ανδρέας Δημητρόπουλος είναι καθηγητής συνταγματικού δικαίου


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 02 Νοεμβρίου 2018