INTIME

Το σχέδιο Τσίπρα-Κοτζιά για βαλκανική ηγεμονία!

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Βασική επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης από την ημέρα που ξεκίνησε ο νέος κύκλος διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ ήταν η επίλυση ενός εθνικού θέματος που έμενε ανοιχτό επί τρεις περίπου δεκαετίες και δεν επέτρεπε στη διπλωματία μας να επικεντρώσει στον πραγματικό κίνδυνο, δηλαδή στην Τουρκία.

Η Αθήνα, άλλωστε, φοβάται πως η τουρκική προκλητικότητα δεν θα μειωθεί ούτε μετά από τις διπλές εκλογές στον εξ ανατολών γείτονα στις 24 Ιουνίου.

Επιλέγοντας, εξάλλου, να κινηθεί όσον αφορά το Μακεδονικό στη γραμμή Βουκουρεστίου, η κυβέρνηση επιχείρησε να πάρει μαζί της και την αξιωματική αντιπολίτευση, μολονότι αυτό δεν έχει καταστεί, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, εφικτό.

Από εκεί και πέρα, ωστόσο, ο Αλέξης Τσίπρας κι ο Νίκος Κοτζιάς σκέφτονται και πιο μακροπρόθεσμα και συνδέουν την ένταξη των Σκοπίων με τη νέα τους ονομασία στην ΕΕ με την ευρύτερη εθνική μας φιλοδοξία να παίξουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Στον ίδιο σχεδιασμό εντάσσεται και η επίλυση των διμερών διαφορών με την Αλβανία, προκειμένου να αυξηθούν και οι πιθανότητες της τελευταίας για ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Έχοντας υπόψη τη διεύρυνση της ΕΕ με τα κράτη των δυτικών Βαλκανίων στο σχετικώς άμεσο μέλλον, η Αθήνα θα επιδιώξει να κατοχυρώσει το ρόλο της ως ηγέτιδας δύναμης στην περιοχή, αναλαμβάνοντας το ρόλο του άτυπου “προστάτη” για τα νέα μέλη με τα οποία δεν θα τη χωρίζει καμία διμερής διαφορά και δημιουργώντας ένα μπλοκ κρατών στα οποία θα ασκεί άμεση επιρροή.

Επιπλέον, η ένταξη των δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ θολώνει, αν δεν διαγράφει, τις αντίστοιχες ηγετικές φιλοδοξίες της Τουρκίας κατά πρώτο λόγο, αλλά και της Ρωσίας.

Συνανάπτυξη

Στον οικονομικό τομέα, η κυβέρνηση έχει συμπυκνώσει την πολιτική της στο θεώρημα της “βαλκανικής συνανάπτυξης”.

Αυτό στηρίζεται στο σκεπτικό πως καμιά χώρα της Βαλκανικής Χερσονήσου δεν είναι ικανή να επιτύχει από μόνη της εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης και γι’ αυτό χρειάζεται η μία την άλλη.

Η Ελλάδα, για παράδειγμα, μπορεί να συνεισφέρει τα λιμάνια της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης για την ενίσχυση του εμπορίου και των υπόλοιπων βαλκανικών κρατών, τα οποία με τη σειρά τους θα ανοίξουν διαμετακομιστικούς δρόμους για τα ελληνικά προϊόντα.