Η αγορά τοπικών προϊόντων δεν είναι πάντα το καλύτερο για το περιβάλλον

Οι Βρετανοί καταναλωτές που θέλουν να υιοθετήσουν έναν πιο φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο ζωής είναι ίσως καλύτερο να αγοράζουν εισαγόμενα μήλα από τη Νότια Αμερική ή λαχανικά από την Κένυα αντί για τρόφιμα εγχώριας παραγωγής που βασίζονται υπερβολικά σε ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με νέα έρευνα. 

Οι καταναλωτές σε ανεπτυγμένες χώρες που ανησυχούν ολοένα και πιο πολύ για τις εκπομπές ρύπων που σχετίζονται με τη μεταφορά τροφίμων έχουν αγκαλιάσει την ιδέα του να προμηθεύονται τρόφιμα τοπικής παραγωγής.

Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα, σύμφωνα με μια έρευνα https://hoffmanncentre.chathamhouse.org/article/delivering-sustainable-food-and-land-use-systems-the-role-of-international-trade που δημοσιοποιήθηκε χθες από το Κέντρο Χόφμαν Για την Οικονομία Βιώσιμων Πόρων στο βρετανικό ινστιτούτο Chatham House.

«Το να αποθηκεύονται βρετανικά μήλα σε ψύξη για 10 μήνες οδηγεί στο διπλάσιο επίπεδο εκπομπών σε σχέση με ό,τι χρησιμοποιείται για τη μεταφορά μήλων από τη Νότια Αμερική διά θαλάσσης στο Ηνωμένο Βασίλειο», ανέφερε η έρευνα, που δόθηκε στη δημοσιότητα κατά τη σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα στη Νέα Υόρκη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν επίσης η κλίμακα και το είδος μεταφοράς, ανέφερε η έρευνα, που ζητά περισσότερες εμπορικές πολιτικές που ενθαρρύνουν τα βιώσιμα και πιο υγιεινά τρόφιμα και τα καλύτερα συστήματα για τη χρήση της γης.

«Ένας καταναλωτής που οδηγεί πάνω από 10 χιλιόμετρα για να αγοράσει 1 κιλό νωπών προϊόντων θα δημιουργήσει περισσότερες εκπομπές αερίου θερμοκηπίου από την αερομεταφορά 1 κιλού προϊόντων από την Κένυα», σύμφωνα με την έρευνα.

© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ.