«Η Κυβέρνηση της ΝΔ δε θα απολύσει κανένα δημόσιο υπάλληλο»

«Δε θα απολύσει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κανένα δημόσιο υπάλληλο» δήλωσε σήμερα η Μαρία Σπυράκη στο RealFm, αλλά δεν πρόκειται και να εφαρμόσει το αναπτυξιακό σχέδιο που καταθέτει σήμερα η Κυβέρνηση, όπως άλλωστε προειδοποίησε χτες τους εταίρους και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Όσον αφορά το Σκοπιανό, τόνισε πως η ΝΔ δεν μπαίνει στη συζήτηση για το όνομα, αν δεν αλλάξει το Σύνταγμα της γείτονος – κάτι που απαιτεί τις ψήφους των 3/4 των βουλευτών, άρα και της Αντιπολίτευσης.

Τα κυριότερα σημεία των σημερινών δηλώσεων της Εκπροσώπου Τύπου της Νέας Δημοκρατίας:

Για τα ελληνοτουρκικά

«Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο οι τόνοι να χαμηλώσουν. Είναι απαραίτητο να μην υπάρχει τέτοια ένταση στο Αιγαίο. Η Ελλάδα δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος καμίας χώρας στην περιοχή. Η Ελλάδα, όμως, έχει και τη συμμετοχή στους διεθνείς οργανισμούς και την αποτρεπτική ισχύ και τη δυνατότητα να υπερασπιστεί την εθνική κυριαρχία. Αυτό που σίγουρα αφορά στη δική μας Κυβέρνηση είναι η ανάγκη να υπάρχει ένα κέντρο, μια φωνή και μια ενιαία, στιβαρή και σοβαρή εικόνα της Ελλάδος στο εξωτερικό. Διότι τώρα έχουμε μια διαφορετική προσέγγιση από την πλευρά του Μεγάρου Μαξίμου και μια τελείως διαφορετική προσέγγιση –πολλές φορές ακόμα και για τα πραγματικά περιστατικά– από την πλευρά του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά σε μια εμφανή δυσλειτουργία της Κυβέρνησης, η οποία στην πραγματικότητα υπονομεύει το κύρος της Πατρίδος. Το θέμα δεν είναι στο αν ο κ. Καμμένος είναι σε υψηλότερους τόνους ή όχι. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει αυτήν τη στιγμή μια ενιαία φωνή και μια σοβαρή και στιβαρή εικόνα της Ελλάδος προς τα έξω, σε μια πολύ δύσκολη στιγμή. Φαίνεται πως αυτό υπονομεύεται από τα έσω από την αδυναμία του Πρωθυπουργού να αποπέμψει τον κ. Καμμένο από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, από την αδυναμία του Μεγάρου Μαξίμου να επιβάλει μια και ενιαία γραμμή και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας σε σχέση με τόσο κρίσιμα ζητήματα».

Τι είπε για το Σκοπιανό

«Τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν ότι υπάρχει αποκλίνουσα γραμμή σε βαθμό που ο ίδιος ο μικρός κυβερνητικός εταίρος, ο κ. Καμμένος, έχει δηλώσει ότι σε καμία περίπτωση δε θα ψηφίσει μια συμφωνία στη Βουλή για το Σκοπιανό με τον όρο “Μακεδονία”. Χθες, ο κ. Κοτζιάς συνομίλησε με τον κ. Ντιμιτρόφ. Και στις δηλώσεις που έκαναν, ο κ. Κοτζιάς άκουσε τον κ. Ντιμιτρόφ να λέει ότι θα πρέπει “να εξαλείψουμε τον αλυτρωτισμό και από τις δυο πλευρές”. Και δεν ακούσαμε από την άλλη πλευρά, από τον κ. Κοτζιά, να απαντά στον κ. Ντιμιτρόφ ότι η Ελλάδα δεν έχει εκδηλώσει καμία αλυτρωτική τάση απέναντι στους πολίτες της πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Ο κ. Καμμένος έχει, ήδη, πει ότι δεν προτίθεται να αποδεχθεί κανενός είδους συμβιβασμό που να περιλαμβάνει τον όρο “Μακεδονία” και θα τον καταψηφίσει στη Βουλή. Δε θα επιτρέψει να συμβεί, είπε χαρακτηριστικά. Άρα, ποιος ο λόγος να συγκατοικούν αυτοί οι δύο, όταν στα μείζονα έχουν διαφορετική προσέγγιση; Διαφορετική προσέγγιση στο Σκοπιανό. Διαφορετική προσέγγιση στα ελληνοτουρκικά.

Η θέση του κ. Μητσοτάκη είναι ξεκάθαρη. Για τη Νέα Δημοκρατία είναι προϋπόθεση για την εκκίνηση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης η απάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών με την αλλαγή του Συντάγματος της πΓΔΜ. Δε δεχόμαστε τεμαχισμό της λύσης. Δε δεχόμαστε, δηλαδή, να επιτρέψουμε προκαταβολικά την είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και να πάρουμε μια υποσχετική για εκ των υστέρων αλλαγή του Συντάγματος. Τέτοιου είδους συμφωνίες δεν υπάρχουν. Και θα σας πω γιατί. Διότι διεθνής ήταν και η ενδιάμεση συμφωνία, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον κ. Γκρουέφσκι να δημιουργήσει όλο αυτό το αλυτρωτικό κλίμα και να το επιτείνει με τις ονομασίες του αεροδρομίου, του δρόμου και τα αγάλματα που είδαμε στα Σκόπια. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι έχουν δει τα μάτια μας το πώς ακριβώς κινήθηκε αυτό. Ο κ. Γκρούεφσκι το έκανε, ενώ υπήρχε το πλαίσιο της διεθνούς συμφωνίας. Γιατί να μην το ξανακάνει μία επόμενη Κυβέρνηση; Θέλουμε τη συνταγματική αναθεώρηση, γιατί θέλουμε ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στα Σκόπια που θα αποδέχεται ότι υπάρχει αυτή η συμφωνία με την Ελλάδα και σβήνουν από το Σύνταγμά τους οι αλυτρωτικές αναφορές. Πρέπει να ψηφίσουν 90 στους 120 βουλευτές. Πρέπει, δηλαδή να ψηφίσει την αλλαγή αυτή και το μεγαλύτερο μέρος των βουλευτών της Αντιπολίτευσης στα Σκόπια. Να έχει μια ευρύτατη συναίνεση ότι αλυτρωτισμός προς την Ελλάδα δεν υπάρχει. Τότε μπαίνουμε στη συζήτηση για το όνομα. Διαφορετικά δεν μπαίνουμε στη συζήτηση για το όνομα».

Για το θέμα του χρέους και τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της χώρας

«Από το Νοέμβριο του 2012 οι πιστωτές έχουν υποσχεθεί στην Ελλάδα διευκόλυνση του κόστους εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, εφόσον η Ελλάδα κατακτήσει βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και προχωρήσει με τις μεταρρυθμίσεις. Είναι η συμφωνία του Eurogroup του Νοεμβρίου του ’12. Είμαστε στο 2018. Είναι, λοιπόν, μια υπόσχεση σε εκκρεμότητα, που –παρά τις περιπέτειες που ζήσαμε και με την περίοδο Βαρουφάκη και με το αχρείαστο 3ο Μνημόνιο– πρέπει να υλοποιηθεί. Είναι μια υπόσχεση η οποία πρέπει να υλοποιηθεί για να βοηθήσει την Ελλάδα να σταθεί στα πόδια της. Το κρίσιμο στοιχείο είναι βεβαίως κατά πόσο θα βελτιωθεί το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους, διότι δε μιλάμε για κούρεμα. Μιλάμε για τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης. Μιλάμε, δηλαδή, για την παράταση αποπληρωμής των συγκεκριμένων ομολόγων και για τη μείωση του κόστους μέσω της μείωσης των επιτοκίων, είτε μέσω της επαναγοράς του δανείου ή μέρους του δανείου του ΔΝΤ ή και των διμερών δανείων. Άρα είναι ένα απαραίτητο στάδιο.

Το σημαντικό, όμως, για εμάς είναι ποιος μπορεί να κρατήσει το τιμόνι μετά τις 20 Αυγούστου του 2018, όταν η Ελλάδα δε θα βρίσκεται σε καθεστώς –επιτρέψτε μου τον όρο– “προστασίας”, δηλαδή σε καθεστώς προγράμματος, οπότε και αποπληρώνονται οι εκκρεμότητες στο χρέος. Όταν η Ελλάδα θα πρέπει να εξυπηρετεί το χρέος της με βάση το δανεισμό της από τις διεθνείς αγορές. Εκεί χρειάζεται μια ισχυρή Κυβέρνηση, προσηλωμένη στις αληθινές μεταρρυθμίσεις, όπως τις περιέγραψε χθες ο κ. Μητσοτάκης. Αλλαγές στις αποκρατικοποιήσεις, αλλαγές στα Πανεπιστήμια, αλλαγές παντού».

Για το αναπτυξιακό σχέδιο και τις δεσμεύσεις στους εταίρους της χώρας

«Αυτή η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα σε πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022. Αυτό είναι μέρος της συμφωνίας. Και αυτό μπορεί να αλλάξει μόνο αν οι εταίροι δουν την Ελλάδα να απογειώνεται αναπτυξιακά και αν βρουν μια αξιόπιστη Κυβέρνηση δεσμευμένη στις μεταρρυθμίσεις. Δεν είναι, όμως, αυτό το σημείο από το οποίο ξεκινάμε. Ξεκινάμε από το σημείο ποιο θα είναι το σχέδιό μας για την επόμενη μέρα. Το σχέδιό μας για την επόμενη μέρα δεν μπορεί να είναι οι απόψεις του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορεί να είναι οι αποκρατικοποιήσεις με το σταγονόμετρο. Δεν μπορεί να είναι μια κατάσταση όπου θα στερείται ο κάθε Έλληνας φορολογούμενος και το τελευταίο ευρώ για να μπορεί να συντηρείται ένα Κράτος με χιλιάδες συμβάσεις και υποσχέσεις για μελλοντική αποκατάσταση. Η επόμενη μέρα θα είναι μια Ελλάδα με πολύ θετικό πρόσημο για την ανάπτυξη, με επιθετικές αποκρατικοποιήσεις, με αλλαγές στα Πανεπιστήμια, με αλλαγή της δομής στο Δημόσιο, που θα μειώσει το κόστος. Δε θα απολύσει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κανένα δημόσιο υπάλληλο, αλλά θα δώσει την ευκαιρία στον πολίτη να έχει ένα φιλικό Κράτος. Με μια υγεία που θα είναι προσβάσιμη σε κάθε πολίτη και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα. Και επειδή είμαι τώρα σε μια επίσκεψη στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, τονίζω ότι εμείς δε θα επιτρέψουμε να περάσουν νοσοκομεία που οι δωρητές έβαλαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους στον απόλυτο έλεγχο της Κυβέρνησης, προκειμένου να μπορεί ο Υπουργός να διορίζει το διευθύνοντα σύμβουλο και έτσι να μπορεί ο διευθύνων σύμβουλος να διορίζει όποιον εκείνος επιθυμεί. Καταλαβαίνετε ότι αυτά είναι βαθιά πολιτικές διαφορές. Και γι’ αυτό ο κ. Μητσοτάκης χθες προειδοποίησε τους εταίρους, τους πιστωτές ότι αυτό το σχέδιο, το οποίο σήμερα καταθέτει η Κυβέρνηση, είναι αυτής της Κυβέρνησης. Εμείς θα είμαστε μια άλλη κυβέρνηση με ένα άλλο σχέδιο. Άλλο πράγμα να τηρήσουμε τις συμφωνίες –διότι με αυτές τις συμφωνίες πήραμε το δάνειο– και άλλο πράγμα είναι να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο το οποίο δε μας αναλογεί πολιτικά. Δεν το κάνουμε εμείς αυτό το σχέδιο. Δεν θέλουμε εμείς να αφαιρέσουμε και το τελευταίο ευρώ από την αγορά. Δε θέλουμε να έχουμε 75% φόρους και εισφορές».