Η Ρενέ Ζελβέγκερ επέστρεψε και φλερτάρει ξανά με το Όσκαρ

 

ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ / Από τον Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο

 

 

Συνήθως ξεχνάμε πως ακόμη και οι πρωτοκλασάτοι σταρ του Χόλιγουντ μπορεί να τσακιστούν ψυχολογικά από όλη αυτήν την πίεση. Η πιο κοινή υπενθύμιση έρχεται μέσω των πρωτοσέλιδων, όταν ένα διάσημο όνομα γίνεται πηχυαίος τίτλος εξαιτίας σκανδάλων, καταχρήσεων ή ακόμη χειρότερα λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Η Ρενέ Ζελβέγκερ, ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να φτάσει τόσο μακριά για να κάνει ένα διάλειμμα στην καριέρα της, αποφασίζοντας να μείνει έξι χρόνια μακριά από τα κινηματογραφικά πλατό, προτού δραστηριοποιηθεί ξανά το 2016. Αντίθετα, η Τζούντι Γκάρλαντ δεν είχε αυτήν την άνεση, οπότε δούλεψε ασταμάτητα και σε επισφαλή περιβάλλοντα σχεδόν σε όλη τη ζωή της. Οι εμπειρίες της Ζελβέγκερ όμως στη βιομηχανία του θεάματος, και οι λόγοι που την οδήγησαν στιγμιαία έξω από αυτήν, κάνουν την Τεξανή ηθοποιό ιδανική επιλογή στον ρόλο της Γκάρλαντ.

 

 

Βίοι παράλληλοι

Σε μία από τις κλασικές σκηνές του «Τζέρι Μαγκουάιρ», η Ζελβέγκερ απαντάει στον συναισθηματικά φορτισμένο μονόλογο του Τομ Κρουζ με ένα απλό «You had me at hello». Αυτός ήταν ο ρόλος με τον οποίο συστήθηκε σε ένα ευρύ κοινό, προτού ανελιχθεί ταχύτατα στην κορυφή στις αρχές των ’00s. Για τρεις συνεχείς χρονιές, από το 2002 μέχρι και το 2004, η Ζελβέγκερ είδε το όνομά της στις οσκαρικές υποψηφιότητες με τις ταινίες «Το Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς», «Chicago» κι «Επιστροφή στο Cold Mountain», με την τελευταία να της χαρίζει το χρυσό αγαλματίδιο. «Ήμουν εξουθενωμένη ήδη μετά το “ Chicago”. Θα έπρεπε να είχα σταματήσει, απλώς δεν το έκανα για χρόνια», δήλωσε αργότερα για την εποχή που η ζωή της περιστρεφόταν αποκλειστικά γύρω από τη δουλειά.

 

Από την άλλη, η λέξη «κόπωση» ήταν άγνωστη για την Τζούντι Γκάρλαντ, η οποία ξεκίνησε την καριέρα της στο σινεμά από έφηβη. Ήταν μόλις 17 ετών όταν συνεπήρε το αμερικανικό κοινό ως Ντόροθι στον αριστουργηματικό «Μάγο του Οζ», το οποίο τη λάτρεψε όσο ακόμη λίγες ηθοποιούς. Πίσω από τη λάμψη της μεγάλη οθόνης, βέβαια, η Γκάρλαντ αντιμετωπιζόταν ως κτήμα της MGM – κυρίως από τον παραγωγό Λούις Μπ. Μάγερ, που φρόντιζε να καταρρακώνει συστηματικά την αυτοπεποίθησή της, ενώ εξαιτίας του εθίστηκε σε χάπια, αλκοόλ και ναρκωτικά.

 

Το τέλος του ουράνιου τόξου

Οι αυτοκαταστροφικές συνήθειες της την οδήγησαν σε διάφορα οικονομικά αδιέξοδα κι ενώ η κινηματογραφική της καριέρα έπαιρνε την κάτω βόλτα. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 εμφανίστηκε μόλις σε δύο -σπουδαίες βέβαια- ταινίες, τις «Ένα Αστέρι Γεννιέται» και «Η Δίκη της Νυρεμβέργης», οι οποίες τις έφεραν υποψηφιότητες για Όσκαρ. Σε αυτήν την τελευταία της περίοδο στρέφει την κάμερά του και ο θεατρικά έμπειρος σκηνοθέτης Ρούπερτ Γκουλντ. Η Ζελβέγκερ ενσαρκώνει την Γκάρλαντ κατά τη διάρκεια μιας σειράς συναυλιών στο Λονδίνο, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες για την οικονομική της επιβίωση. Βλέπουμε μια άγνωστη πλευρά της πολυτάλαντης σταρ, η οποία παλεύει να διατηρήσει το μύθο της και να επιβιώσει με αξιοπρέπεια, παρότι βρίσκεται μακριά από την οικογένειά της και βουτηγμένη στους εθισμούς της. Θα φέρει άραγε αυτός ο ρόλος την τέταρτη οσκαρική υποψηφιότητα για τη Ζελβέγκερ; Ο λόγος στην ακαδημία…

 

©Πηγή: amna.gr