Ισόβιες καθείρξεις για το «έγκλημα μέσω Facebook»

Ισόβιες  καθείρξεις  για την ανθρωποκτονία 30χρονου που είχε χαρακτηριστεί ως «έγκλημα μέσω Facebook».

Η υπόθεση είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο όταν, το θύμα, ο 30χρονος ενεχυροδανειστής Γιώργος Κοτσιλίδης εντοπίστηκε το 2014 νεκρός από τους γονείς και την αδερφή του στο σπίτι τους, στη Δάφνη. Τον είχαν βρει ημίγυμνο, φιμωμένο και δεμένο με μονωτική ταινία στο λαιμό, τα χέρια και τα πόδια του.

Για τη δολοφονία του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας επέβαλε στους τέσσερις  συνολικά κατηγορούμενους της υπόθεσης  -τρεις άνδρες και μια γυναίκα- την τελεσίδικη ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Δεν τους αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό, ενώ τους επέβαλλε και κάθειρξη 12 ετών για το αδίκημα της ληστείας.

Στο άκουσμα της απόφασης, συγγενείς των κατηγορουμένων ξέσπασαν σε κλάματα, ύβρεις και απειλές κατά των δικαστών αλλά και σε βάρος των γονιών του ίδιου του θύματος.

Καταπέλτης ήταν και η εισαγγελική αγόρευση: «Είναι ευθύνη της πολιτείας που κηδεύτηκε το Σαββατοκύριακο στην Άνδρο ο επιχειρηματίας από την Κηφισιά. Το αστυνομικό δελτίο λέει ότι αποφυλακισθέντες τέτοιου τύπου έπιασαν δουλειά… είμαι υποχρεωμένος να πω στο δικαστήριο ότι πρέπει να απορριφθούν ένα προς ένα τα ελαφρυντικά», είπε χαρακτηριστικά ο  εισαγγελέας της έδρας.

Η γυναίκα-δόλωμα

Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση είναι η 27χρονη Αλεξάνδρα Σταματάκη, η οποία φέρεται να… ψάρεψε το θύμα μέσω Facebook, καταφέρνοντας να έρθει στη συνέχεια σε επαφή μαζί του με το πρόσχημα ότι ήθελε να τον γνωρίσει για να  έχουν ερωτική συνεύρεση.

Λειτουργούσε  ως «δόλωμα», βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους συγκατηγορουμένους της να δολοφονήσουν τον 30χρονο άνδρα και να αφαιρέσουν από το διαμέρισμά του 139.000 ευρώ  καθώς και χρυσαφικά βάρους δύο κιλών. Συγκατηγορούμενοι της είναι οι Γεώργιος Μάρκου, Δημήτριος Θεοδώρου και Κωνσταντίνος Αραπάκης.

Η ίδια στην απολογία της στο δικαστήριο είχε υποστηρίξει ότι δεν είχε καμία εμπλοκή στη δολοφονία του 30χρονου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ναι, βοήθησα να κλέψουν, να μπουν μέσα στο διαμέρισμά του. Τα δέχομαι όλα. Όμως δεν τον ακούμπησα. Δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε καν φανταζόμουν ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Ήμουν εντελώς χαμένη, μπορεί να είχα οικονομική ανάγκη, δε θα αφαιρούσα όμως μια ζωή. Δεν έχω βοηθήσει στο φόνο. Δε ξέρω ποιος τον σκότωσε, δεν ήμουν εκεί. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω, σας λέω την αλήθεια, έτσι έχει συμβεί. Όσο ζω μέχρι να πεθάνω θα κουβαλάω αυτές τις τύψεις γιατί πότε αυτοί οι γονείς δε θα με συγχωρήσουν».

 

Η 28χρονη κατηγορούμενη πρωτόδικα είχε καταδικασθεί σε κάθειρξη  22 ετών, καθώς της είχε αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Είχε παραμείνει για 3,5 χρόνια έγκλειστη στις φυλακές και αποφυλακίστηκε με βάση τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου Παρασκευόπουλου για άτομα με αναπηρία άνω των 80%.

Για πρωτόδικη  ποινή της είχε ασκηθεί έφεση υπέρ του νόμου, οπότε σε δεύτερο βαθμό δικάστηκε από την αρχή. Ωστόσο, μετά τη σημερινή τελεσίδικη απόφαση, η 28χρονη επιστρέφει στις φυλακές.