Με ποιους από το ΚΙΝΑΛ τα βρίσκει ο Τσίπρας

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Είναι ανθρώπινο να μην συμπαθείς αυτόν που δεν σε συμπαθεί. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και του Βαγγέλη Βενιζέλου η αντιπάθεια είναι αμοιβαία κι εκδηλώνεται σε κάθε ευκαιρία.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν κρύβει από τους συνεργάτες του πως η ευκταία μετεκλογική, αν όχι και προεκλογική, συμμαχία είναι με το Κίνημα Αλλαγής.

Ο πρωθυπουργός, άλλωστε, εκτιμά πως και σε προσωπικό επίπεδο μπορεί να τα βρει πιο εύκολα με την πρόεδρό του Φώφη Γεννηματά, αλλά και με άλλα ηγετικά στελέχη του που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας κι όχι του σημιτικού εκσυγχρονισμού.

Σε αυτά συγκαταλέγονται ο Σταύρος Θεοδωράκης, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, ο Γιάννης Ραγκούσης κι ο Γιώργος Καμίνης.

Ο Βενιζέλος

Όπως κι αν έχει, ο κ. Βενιζέλος είναι ένας πολιτικός παράγοντας ο οποίος μπορεί να κλίνει το Κίνημα Αλλαγής προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση όσον αφορά την κυβερνητική συνεργασία.

Από την πλευρά του, ο κ. Τσίπρας αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία με το νεοπαγή φορέα της Κεντροαριστεράς στην περίπτωση που επιθυμεί να συμπεριληφθεί ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα.

Από το Μαξίμου, εξάλλου, διευκρινίζουν πως ο κοινοβουλευτικός και πολιτικός διάλογος δεν μπορεί να περιοριστεί, αλλά είναι διαρκής και γι’ αυτό βρίσκονται σε επαφή με όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας οι οποίες εκφράζουν πολιτικές απόψεις και θέλουν να προωθήσουν το διάλογο με προοδευτικό πρόσημο.

Στηρίζεται στη βάση

Στην κυβέρνηση, εξάλλου, επισημαίνουν πως είναι δυνατό να υπάρξουν συγκλίσεις με το Κίνημα Αλλαγής σε θέματα ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και σε ζητήματα πολιτειακής οργάνωσης τα οποία σχετίζονται άμεσα με τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Προκειμένου, μάλιστα, να υπάρξουν πιο χειροπιαστά αποτελέσματα βασίζονται όχι τόσο στις κινήσεις της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, αλλά στη βάση του νέου κόμματος, η οποία, κατά το Μαξίμου τουλάχιστον, προτιμά μια συγκυβέρνηση με το ΣΥΡΙΖΑ κι όχι με τη “νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά” του Κυριάκου Μητσοτάκη.