Ο πρέσβης της Αρμενίας μιλά στο «p»

Συνέντευξη στην Ελένη-Βασιλική Μπαμπαλιούτα

Ο αρμενικός λαός στην Αρμενία και στη Διασπορά τιμά και φέτος τη μνήμη των θυμάτων της Αρμενικής Γενοκτονίας, που διεπράχθη από τους Νεοτούρκους, με ασύλληπτη σκληρότητα και βαρβαρότητα και με στόχο τον πλήρη αφανισμό του.

Δεν ήταν η μόνη γενοκτονία που διεπράχθη τότε. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα ο Ποντιακός Ελληνισμός γνώρισαν την ίδια εξοντωτική μανία των Νεοτούρκων σε βάρος τους.

Οι Έλληνες αισθάνονται γι’ αυτόν το λόγο με έναν πολύ βαθύτερο τρόπο την τραγωδία που έπληξε τον αδελφό αρμενικό λαό.

Η παράλληλη πορεία στην ιστορία και οι κοινές δοκιμασίες ενώνουν τους δυο λαούς σε μια αδελφική, ακατάλυτη φιλία.

Απευθυνθήκαμε στον πρέσβη της Αρμενίας στην Ελλάδα Fadey Charchoghlyan και του θέσαμε ορισμένες ερωτήσεις για τη διεθνή αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας, η οποία τιμάται σήμερα 24 Απριλίου, για το εθνικό πρόβλημα της Αρμενίας που είναι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, για τις σχέσεις σήμερα της Αρμενίας με την Τουρκία, για τις σχέσεις με τη Ρωσία και την Ευρασιατική Ένωση και για τις προοπτικές των ελληνοαρμενικών σχέσεων σήμερα.

Σε λίγες μέρες είναι η επέτειος της Αρμενικής Γενοκτονίας. Πόσο σημαντική είναι για την Αρμενία η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων; Ποιες είναι οι εκδηλώσεις  που έχετε προγραμματίσει για τη φετινή επέτειο;

Η βάση της συνοχής της διεθνούς κοινότητας αποτελείται από δραστηριότητες για την πρόληψη των γενοκτονιών και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας -για να ξεριζωθεί και εξαλειφθεί αυτό το κακό. Ως λαός που επιβίωσε από την πρώτη Γενοκτονία του εικοστού αιώνα, έχουμε πλήρη επίγνωση της ηθικής μας υποχρέωσης να είμαστε στην πρώτη γραμμή αυτών των προσπαθειών της Διεθνούς Κοινότητας, να γίνουμε αγωνιστές της πρώτης γραμμής αυτού του αγώνα, έτσι ώστε το σύνθημα «Ποτέ Ξανά» να μην είναι καθαρά λόγια αλλά ένα σύνθημα που θα σηματοδοτεί την πλήρη νίκη της Διεθνούς Κοινότητας για τις επόμενες γενεές. Από αυτή την άποψη, η αναγνώριση και καταδίκη των εγκλημάτων του παρελθόντος, είναι πολύ σημαντική. Είναι κοινός τόπος ότι, εάν είχε καταδικαστεί αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου –όπως έπρεπε- δεν θα υπήρχαν τα ειδεχθή εγκλήματα του Β’ ΠΠ. Είναι επίσης γνωστό ότι η άρνηση είναι η συνέχεια της Γενοκτονίας -κάτι του οποίου γινόμαστε μάρτυρες σήμερα. Επιπλέον, η άρνηση προκαλεί μεγαλύτερη οδύνη στους απογόνους των επιζησάντων της Γενοκτονίας, οι οποίοι καθημερινά, συγκρουόμενοι με τον τοίχο αυτό, συνεχίζουν τον αγώνα τους για την ιστορική δικαιοσύνη.  Ο στόχος της Γενοκτονίας ήταν η εξόντωση του Αρμενικού λαού. Ήταν ένα τρομερό σχέδιο που υλοποιήθηκε με απάνθρωπη σκληρότητα. Ωστόσο, η βούληση του Αρμενικού λαού να ζήσει ήταν τόσο ισχυρή, που  διατήρησε την ύπαρξή του και σήμερα. Η Αρμενία και οι Αρμένιοι σε όλο τον κόσμο θέλουν από μία πλευρά  τη δικαιοσύνη  και τη ανάπαυση των  ψυχών των ενάμιση εκατομμυρίων μαρτύρων προγόνων τους. Από την άλλη πλευρά όμως, προσπαθούν να διατηρήσουν το θέμα της πρόληψης των γενοκτονιών στη Διεθνή ημερήσια διάταξη, με την μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης, έστω και αν αυτό τους προκαλεί μεγάλη οδύνη. Κατά την διάρκεια της ιστορίας, η πολιτική αποσιώπησης της γενοκτονίας του  Αρμενικού λαού, οδήγησε στην δημιουργία εκατοντάδων Αρμενικών εστιών σε διάφορες γωνιές του κόσμου. Οι εστίες αυτές ενεργούν στα διεθνή φόρα με μία ισχυρή ενωμένη φωνή. Όταν μιλάμε για την Αρμενία και τον Αρμενικό λαό, δεν εννοούμε έναν λαό που ζει αποκλειστικά εντός μίας περιοχής, με ορισμένα γεωγραφικά σύνορα, αλλά κάθε Αρμένιο που διατηρεί μέσα του ζωντανή την ιδέα της οικοδόμησης της Πατρίδας. Και φέτος, σε διάφορες χώρες  του κόσμου, θα διοργανωθούν εκδηλώσεις Μνήμης, με πρωτοβουλία των Αρμενικών κοινοτικών οργανώσεων  και με τη συμμετοχή διαφόρων τοπικών κοινωνικών κύκλων.

 

 Πριν από λίγα χρόνια, η Αρμενία και η Τουρκία υπέγραψαν τα Πρωτόκολλα «Εγκαθίδρυσης  διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας» και της «Ανάπτυξης των σχέσεων μεταξύ της Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας». Παρ ‘όλα αυτά, η διαδικασία έφτασε σε αδιέξοδο, επειδή η Τουρκία εξακολουθεί να κρατά κλειστά τα σύνορα . Η Αρμενία ακύρωσε τα Πρωτόκολλα αυτά. Πού βρίσκονται σήμερα οι Αρμένο-Τουρκικές σχέσεις;

 

Η Αρμενία έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμη να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Τουρκία, χωρίς προϋποθέσεις. Αυτός ήταν ο λόγος που τότε, με την πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, ξεκίνησε μια διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, της οποίας η λογική κατάληξη ήταν η υπογραφή των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων. Εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά τη διαδικασία αυτή, ξέρουν πόση βούληση και αφοσίωση έδειξαν οι Αρχές της Δημοκρατίας της Αρμενίας στο πνεύμα της διαδικασίας αυτής, για να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Εμείς από την αρχή συμμεριζόμασταν την ιδέα με τους συναδέλφους μας από τη Διεθνή Κοινότητα ότι πρόκειται για μία διαδικασία που δεν μπορεί να συνδεθεί με άλλα ζητήματα και ότι πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς προϋποθέσεις και με ακλόνητη δέσμευση στις Συμφωνίες που επιτεύχθηκαν. Ωστόσο, η τουρκική πλευρά σκεφτόταν το εντελώς αντίθετο και έκανε αντίθετα βήματα. Αμέσως μετά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων, η Άγκυρα επέστρεψε στη γλώσσα των προϋποθέσεων, συνδέοντας την επικύρωση των Πρωτοκόλλων με θέματα που δεν έχουν καμία σχέση με το πνεύμα και το γράμμα των Πρωτοκόλλων.  Αυτή ήταν μία μη εποικοδομητική πρακτική και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αρμενίας ήταν υποχρεωμένος να δηλώσει από το βήμα του ΟΗΕ προς όλο τον κόσμο ότι η συνέχιση αυτής της πρακτικής θα υποχρεώσει την Αρμενία να ανακαλέσει τα Πρωτόκολλα -κάτι που έγινε φέτος. Θέλω να επισημάνω ότι για την επικύρωση των Πρωτοκόλλων δεν υπήρχαν εμπόδια στη χώρα μας. Την αιτία της μη επικύρωσής τους πρέπει να αναζητά κανείς αποκλειστικά στην Άγκυρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς εταίροι μας -όπως έγινε στην αρχή της διαδικασίας έτσι και τώρα- δείχνουν πλήρη κατανόηση στα βήματα μας. Τελικά είναι λυπηρό που οι αρχές της Τουρκίας δεν κατάφεραν να βρουν την απαραίτητη πολιτική βούληση για την εξομάλυνση των σχέσεων με την Αρμενία χωρίς προϋποθέσεις.

 

 Υπάρχουν, πράγματι, προοπτικές εξεύρεσης λύσης με το Αζερμπαϊτζάν για το θέμα του Ναγκόρνο Καραμπάχ που θα ικανοποιήσουν το νόμιμο αίτημα του λαού του Ναγκόρνο Καραμπάχ για την άσκηση του  δικαιώματος  αυτοδιάθεσης;

 

Είναι ξεκάθαρο για μας, ότι το θέμα πρέπει να λυθεί αποκλειστικά ειρηνικά, βάσει των γνωστών αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Αυτές είναι οι αρχές που βρίσκονται στις προτάσεις των Συμπροέδρων της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ, οι οποίοι έχουν διεθνή εντολή διαμεσολάβησης. Οι αρχές αυτές είναι: η αρχή της μη χρήσης βίας ή της απειλής αυτής, η αρχή για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση και η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας. Ενώ ο πυρήνας του ζητήματος  είναι ο ορισμός του τελικού καθεστώτος του Αρτσάχ, μέσω της έκφρασης της βούλησης του Λαού του Αρτσάχ, με υποχρεωτική νομική ισχύ. Κάποτε το Αζερμπαϊτζάν αγνόησε το δίκαιο και νόμιμο αίτημα του λαού του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Επιπλέον, προσπάθησε να το αποσιωπήσει με την ισχύ, με σφαγές και με πόλεμο.

Φέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από το Έγκλημα του Σουμγκαητ και των σφαγών και της εθνοκάθαρσης  που ακολούθησαν. Οι τελευταίες είχαν ως στόχο να καταπνίξουν την άσκηση του πανανθρώπινα  κατοχυρωμένου δικαιώματος για αυτοδιάθεση του ίδιου του Λαού του Αρτσάχ. Δυστυχώς και σήμερα η μόνη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι αρχές του Αζερμπαϊτζάν είναι η  γλώσσα της ισχύος, μία πολιτική μίσους κατά των Αρμενίων, με παραβιάσεις  της εκεχειρίας, προκλητικές ενέργειες και εντεινόμενο ανταγωνισμό των εξοπλισμών. Το Αζερμπαϊτζάν αγνοεί όλες εκείνες τις προτάσεις, που γίνονται εκ μέρους των διαμεσολαβητών για τη διευθέτηση της διένεξης και της  ενίσχυσης του καθεστώτος κατάπαυσης του πυρός, με στόχο τη δημιουργία  κλίματος εμπιστοσύνης.  Αγνοούν τις βασικές αρχές, στη βάση των οποίων πρέπει να δομηθεί η λύση. Σας διαβεβαιώνω ότι υπό τέτοιες δύσκολες συνθήκες καταβάλλονται προσπάθειες εκ μέρος της Αρμενίας και του Αρτσάχ και εκ μέρους των χωρών- διαμεσολαβητών για την αποφυγή νέων απωλειών. Αυτό, δυστυχώς, δε μπορεί δεν μπορεί πάντα να επιτευχθεί. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα.

Έχουμε να κάνουμε με έναν αυταρχικό γείτονα, που μεθυσμένος από τα κοιτάσματα του πετρελαίου του, δεν είναι σε θέση να κάνει έστω και ένα μικρό βήμα προς την ειρήνη. Ωστόσο, είμαι βέβαιος, ότι η λογική πορεία της ιστορίας δεν μπορεί να τερματιστεί με Μεσαιωνικό σκοταδισμό.

Όσο πομπώδεις και να είναι οι δηλώσεις της ηγεσίας του Αζερμπαϊτζάν, που προορίζονται για το εσωτερικό ακροατήριο, ένα πράγμα είναι σαφές: το Αρτσάχ ποτέ και με κανένα status, δεν μπορεί να είναι μέρος του Αζερμπαϊτζάν. Το Αρτσάχ δεν μπορεί ποτέ να έχει χειρότερο status και να απολαμβάνει λιγότερες ελευθερίες από αυτές που έχει σήμερα. Το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να αναγνωρίσει και να σεβαστεί το δικαίωμα του λαού του Αρτσάχ να καθορίζει ο ίδιος  το μέλλον του, με ελεύθερη έκφραση της βούλησης του. Η ασφάλεια των Αρμενίων του Αρτσάχ πρέπει να τύχει εγγύησης από όλους τους πιθανούς διεθνείς και εσωτερικούς μηχανισμούς.

 

 Ποιες είναι σήμερα οι σχέσεις της Αρμενίας με τη Ρωσική Ομοσπονδία και την Ευρασιατική Ένωση;

 

Η Αρμενία και η Ρωσία συνεργάζονται αποτελεσματικά στoυς τομείς της ασφάλειας, της οικονομίας, του πολιτισμού και σε άλλους τομείς. Οι σχέσεις μας αντικατοπτρίζουν πλήρως την αμοιβαίως θερμή αδελφική συμπεριφορά μεταξύ των δύο λαών που είναι εμπλουτισμένη με εμπειρία αιώνων. Σε διμερές και πολυμερές επίπεδο, προσπαθούμε να κάνουμε βήματα, ώστε οι κοινωνίες μας να μπορέσουν πραγματικά να αποκομίσουν τα οφέλη των συμμαχικών και στρατηγικών σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών. Στη Ρωσία διαμένει μία από τις μεγαλύτερες Αρμενικές κοινότητες στον κόσμο, η οποία αποτελεί συνδετικό κρίκο στο έργο της προσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών μας και λαών μας. Όσον αφορά την Ευρασιατική Ένωση, της οποίας η Αρμενία είναι ιδρυτικό μέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι στο σύντομο χρονικό διάστημα της ύπαρξής του αυτό το σχήμα έχει ήδη αποδείξει τη βιωσιμότητά του. Ο εικοστός πρώτος αιώνας είναι ο αιώνας της ενσωμάτωσης. Από αυτή την άποψη, πιστεύουμε ότι, χάρις στις καλές σχέσεις που έχουμε με διάφορα οικονομικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ και χάρις στο ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον στη χώρα μας, η Αρμενία μπορεί να αποτελέσει γέφυρα για την αμοιβαίως επωφελή συνεργασία μεταξύ διαφόρων χωρών και οικονομικών σχηματισμών. Η χώρα μας έχει αυτή τη δυνατότητα και εμείς ήδη υποβάλαμε αίτημα για να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο. Η Ευρασιατική Ένωση είναι μία αγορά 180 εκατομμυρίων, της οποίας η χώρα μας είναι μέρος. Την ίδια στιγμή, απολαμβάνουμε το σύστημα GSP+, γειτνιάζουμε με το Ιράν, με το οποίο έχουμε εγκαθιδρυμένη Ελεύθερη Οικονομική Ζώνη. Έχουμε επίσης φιλικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και με άλλες χώρες.

 

 Πώς βλέπετε τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όπου σημειώνετε νέα, πολύ επικίνδυνη ένταση στη Συρία, η οποία  αποτελεί ταυτόχρονα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη;

 

Η Αρμενία έχει παραδοσιακά φιλικές σχέσεις με τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής. Η τοπική Αρμενική κοινότητα ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι του πολυεθνικού και πολυθρησκευτικού ψηφιδωτού της Μέσης Ανατολής. Δεν είναι τυχαίο που η Αρμενία ήταν από τις πρώτες χώρες που εξέφρασε την ανησυχία της για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στη Συρία. Αυτές οι εξελίξεις δεν προσπέρασαν την κάποτε πολυάριθμη και ακμάζουσα Αρμενική κοινότητα της Συρίας. Εξαιτίας της κρίσης στη χώρα αυτή, είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες βρήκαν άσυλο στην Αρμενία – κάνοντας τη χώρα μας- την τρίτη χώρα στην Ευρώπη σε πληθυσμό Σύριων προσφύγων, βάση της αριθμητικής αναλογίας του πληθυσμού. Η κυβέρνηση και οι πολίτες μας κάνουν το πάν, ώστε να είναι ομαλή η μετάβαση για εκείνους που έρχονται, και που είναι στην πραγματικότητα ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Καταδικάζουμε κάθε μορφή εξτρεμισμού. Από τις πράξεις των τρομοκρατών ιδιαίτερη ζημία παθαίνουν οι θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες. Γινόμαστε μάρτυρες επανειλημμένα  πράξεων γενοκτονίας και  εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Και όλα αυτά συμβαίνουν μπροστά στα μάτια της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Σίγουρα, πρέπει να προβούμε σε κοινές ενέργειες για να τερματίσουμε μία μέρα νωρίτερα αυτή την πραγματικότητα, που θυμίζει κόλαση.

 

 Η Ελλάδα και η Αρμενία είναι αδελφικές χώρες, που έχουν κοινή ιστορία και έχουν περάσει πολλες κοινές δοκιμασίες. Ποιες είναι οι σχέσεις τους σήμερα και ποιες προοπτικές βλέπετε στην ανάπτυξη των σχέσεων αυτών;   

 

Η Αρμένο-Ελληνική συνεργασία βασίζεται στην αιώνια φιλία των δύο αδελφών λαών. Αυτοί είναι οι ορισμοί με τους οποίους μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει την Αρμενο-Ελληνική συνεργασία: Παραδοσιακά υψηλό επίπεδο πολιτικών σχέσεων, στενοί ιστορικοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών, αμοιβαίες επισκέψεις υψηλού επιπέδου, αποτελεσματική συνεργασία στους τομείς του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της επιστήμης, της άμυνας και  στους άλλους τομείς. H  Ελλάδα είναι επίσης μια από τις σημαντικότερες χώρες-εταίρους της Αρμενίας και μία από τις λίγες χώρες, με τις οποίες η Δημοκρατία της Αρμενίας έχει υπογράψει την Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας.

Όσον αφορά την  προοπτική των Αρμενο-Ελληνικών σχέσεων, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην οικονομική συνεργασία: Να εμβαθύνουμε και να επεκτείνουμε την υφιστάμενη αλληλοεπίδραση, δίνοντας νέα ώθηση σε αυτήν και ανεβάζοντάς την στο σημερινό επίπεδο των πολιτικών σχέσεων.