Τα media του ΣΥΡΙΖΑ πέφτουν απ’ το ροζ συννεφάκι!

Τις τελευταίες μέρες, η καθημερινότητα του μικρόκοσμου των media κινείται γύρω από έναν εργοδότη, τα οικονομικά προβλημάτα που αντιμετωπίζει και κατ’ επέκταση την αντανάκλαση των εν λόγω προβλημάτων στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων του.

Ο εργοδότης αυτός έχει πολύ συγκεκριμένο όνομα αλλά ταυτόχρονα, η υπόστασή του είναι και λίγο αόριστη όταν μιλάμε για επιχειρήσεις: πρόκειται για τον ΣΥΡΙΖΑ.

ΣΥΡΙΖΑ και MEDIA

Οι απολύσεις εργαζομένων και οι μειώσεις μισθών στα κομματικά Μέσα του ΣΥΡΙΖΑ, στο «Κόκκινο» και την «Αυγή» δηλαδή, έρχονται απλά να επιβεβαιώσουν αυτό που άπαντες γνωρίζουν αν έχουν την παραμικρή σχέση με την πιάτσα των ΜΜΕ: το κυβερνών κόμμα θέλει να κλείσει όσο πιο γρήγορα γίνεται τα κομματικά του Μέσα, αν μπορούσε θα το έκανε ακόμα και… χθες και στην πραγματικότητα ο μοναδικός λόγος που δεν έχει ρίξει ακόμα… μαύρο έχει να κάνει με ενδεχόμενες επικοινωνιακές αιμορραγίες.

Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι αμιγώς οικονομικό. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ κάθε χρόνο να μπαίνει μέσα οικονομικά ρίχνοντας στα Μέσα του διαρκώς λεφτά από τον κομματικό του προϋπολογισμό που ποτέ δεν παίρνει πίσω, ωστόσο αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα αν η επικοινωνιακή δουλειά γινόταν. Τα κομματικά Μέσα άλλωστε δεν δημιουργούνται για να παράξουν οικονομικό κέρδος στους κατόχους τους αλλά επικοινωνιακή υπεραξία. Και αυτό ήταν κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ, τα τελευταία χρόνια αποτύγχανε να κάνει μέσω των εντελώς δικών του ΜΜΕ.

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί: περισσότερο κοινό συσπείρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω της παρουσίας των στελεχών του στα εχθρικά προς αυτόν τηλεοπτικά κανάλια, παρά μέσα από τα δικά του Μέσα. Στην ταχύτατη μετάβαση από τους δρόμους της αντιπολίτευσης στις πολυθρόνες της εξουσίας, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν καμία πιο φωτισμένη συνειδητοποίηση από αυτή: η αποτελεσματική, συστηματική και στοχευμένη παρέμβαση σε (φαινομενικά ή μη) ουδέτερα ΜΜΕ παράγει απείρως μεγαλύτερο πολιτικό όφελος από το να ελέγχεις απλά τα δικά σου στρατευμένα Μέσα.

Το ατελείωτο σίριαλ με τις τηλεοπτικές άδειες δεν είναι προφανώς άσχετο με τη συνολική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ από τις παραδοσιακές αριστερές τακτικές όσον αφορά τα media σε μια πιο «πασοκική» σχέση με αυτά. Ενώ μια τρίτη πτυχή της εν λόγω στροφής είναι η πριμοδότηση ανοιχτά αντι-δεξιών και χαλαρά φιλο-κυβερνητικών εφημερίδων, site και ραδιοφωνικών σταθμών. ΜΜΕ δηλαδή που δείχνουν μια συμπάθεια στο κυβερνών κόμμα αλλά τόση όση χρειάζεται ώστε να το αβαντάρουν και να πολεμήσουν τους εχθρούς του χωρίς να εγγράφονται στις συνειδήσεις του κοινού τους ως ανοιχτα ελεγχόμενα από το Μαξίμου.

Τον τελευταίο ένα (και κάτι…) χρόνο ξεπηδούν Μέσα που κινούνται ακριβώς σε αυτή τη λογική ενώ ο ταυτόχρονος, κυνικός και μακριά από οτιδήποτε αριστερό υποτίθεται πως πρέσβευε κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ, «στραγγαλισμός» των εργαζομένων του «Κόκκινου» και της «Αυγής» έρχεται να συμπληρώσει το παζλ της στρατηγικής του Μαξίμου όσον αφορά το νέο, φιλο-ΣΥΡΙΖΑ τοπίο στα ΜΜΕ.

Σε αυτή τη νέα εποχή λοιπόν, δύο είναι οι βασικοί μιντιακοί πόλοι στους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επενδύσει επικοινωνιακά. Δύο πόλοι εκ των οποίων ο καθένας είναι άμεσα συνδεδεμένος με ένα πρόσωπο: Κώστας Βαξεβάνης, Ηλίας Λιβάνης. Αυτά τα δύο πρόσωπα στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται για τη δόμηση μιας φιλικής προς αυτόν μιντιακής συνιστώσας και από κοντά, αλλά με πολύ πιο αυτόνομο προφίλ αφού ο όμιλος δεν έχει… ανάγκη, είναι ο όμιλος Media 24. Και λέμε ότι δεν έχει ανάγκη, διότι πρόκειται για τον πλέον επιτυχημένο όμιλο στο διαδίκτυο και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή την περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε μάλλον μια στρατηγική συνεργασία.

Όμως τα πράγματα δεν θα έλεγε κανείς πως πάνε και ακριβώς ιδανικά. Οι φήμες πως πρόσφατα υπήρξαν διαδοχικές συναντήσεις από ανθρώπους της Κομμουνδούρου με τα υψηλόβαθμα στελέχη των συγκεκριμένων ΜΜΕ προκειμένου να… ηχήσουν καμπανάκια δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ωστόσο ως φήμες (για την ώρα) δεν μοιάζουν ιδιαίτερα παράλογες. Άλλωστε, αφενός οι εργαζόμενοι στα νέα και «ανεξάρτητα» αυτά ΜΜΕ έχουν να λένε πως οι κυβερνητικές παρεμβάσεις είναι καθημερινό φαινόμενο, αφετέρου το να δρομολογείς το «μαύρο» στα κομματικά σου media (γεγονός που εμπεριέχει ένα δεδομένο ποσοστό ζημιάς στη δημόσια εικόνα σου) για να τα αντικαταστήσεις με άλλα Μέσα που δεν κάνουν και ακριβώς πάταγο σε επίπεδο πωλήσεων και αναγνωσιμότητας μπορεί να χαρακτηριστεί και πολύ κακό για το τίποτα. Υπό αυτή την έννοια, οι «παρατηρήσεις» και τα επιτακτικά τετ-α-τετ που ακούγονται δεν μπορούν παρά να είναι μια υπαρκτή πιθανότητα.

Όπως και να έχει, σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχουν τρία βασικά ερωτήματα (όσοι και οι βασικοί φιλο-ΣΥΡΙΖΑ μιντιακοί πόλοι) που μόνο ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να απαντήσουν. Εμείς δεν μπορούμε αλλά με δεδομένο πως τα εν λόγω ερωτήματα ακούγονται όλο και πιο έντονα στην δημοσιογραφική πιάτσα, πρέπει τουλάχιστον να τα δημοσιοποιήσουμε.

Ερώτημα 1: Που βρίσκει λεφτά ο Κώστας Βαξεβάνης;

Πρέπει να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι: το Documendo του Κώστα Βαξεβάνη είναι ίσως η πιο ποιοτική προσπάθεια από δημοσιογραφική σκοπιά που γίνεται στα πλαίσια όλης αυτής της «αριστερόστροφης» μιντιακής ανασυγκρότησης. Διακατέχεται από αληθινή δημοσιογραφική νοοτροπία και παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενό του στηρίζει την κυβέρνηση, έχει καταφέρει να πολεμάει την αντιπολίτευση και να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ να μοιάζει… αντιπολίτευση. Ο Κώστας Βαξεβάνης είναι μάστορας σε αυτά αν μη τι άλλο. Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα επανέρχεται αδυσώπητο: που βρίσκει λεφτά για να βγάζει μια ολόκληρη εφημερίδα;

Οι εποχές που ο Βαξεβάνης εξέδιδε χαμηλού κόστους περιοδικά έχει περάσει προ πολλού. Η έκδοση μιας κυριακάτικης εφημερίδας είναι χόμπι άλλων οικονομικών δεδομένων. Ο ίδιος απαντάει πως τα λεφτά για την κυκλοφορία του Documendo βγαίνουν με τον παραδοσιακό τρόπο: από τις πωλήσεις του. Η πραγματικότητα φυσικά είναι πιο σύνθετη. Εφημερίδα χωρίς εκδότη δεν μπορεί να σταθεί ακόμα και αν ξεπουλάει στα περίπτερα. Και το Documendo εδώ που τα λέμε δεν ξεπουλάει και ακριβώς. Με πωλήσεις που κινούνται ανάμεσα στα 10.000 (κυρίως) και τα 15.000 (σπανίως) φύλλα εβδομαδιαίως δύσκολα βγαίνει το μαγαζί.

Άπαντες γνωρίζουν πως το αρχικό μπάτζετ για την εκκίνηση της εφημερίδας προήλθε από τον Χρήστο Καλογρίτσα. Σύντομα όμως, οι δρόμοι της ομάδας Βαξεβάνη με τον γνωστό επιχειρηματία χώρισαν με τον Βαξεβάνη να επιμένει πως θα συνεχίσει μόνος του και χωρίς κανέναν άλλο χρηματοδότη πάνω από το κεφάλι του. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της εφημερίδας, τα πολυτελή γραφεία του Documento στην Συγγρού εγκαταλείφθηκαν και το προσωπικό της εφημερίδας στριμώχτηκε σε ένα πολύ πιο φτηνό κτίριο σε μια πολύ πιο κακόφημη περιοχή της Αθήνας.

Η αλλαγή αυτή ήρθε ακριβώς στον ένα χρόνο από την κυκλοφορία του πρώτου φύλλου του Documento και ίσως να είναι τυχαίο, ίσως και όχι αλλά συνήθως η πρώτη χρηματοδότηση ενός Μέσου από έναν επιχειρηματία, καλύπτει ακριβώς ένα χρόνο λειτουργικών εξόδων. Πρόσφατα, οι ανακοινώσεις για καθυστερήσεις μισθών θορύβησαν το προσωπικό της εφημερίδας. Άραγε όποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί για αυτές τις καθυστερήσεις που πρέπει να απευθυνθεί; Στον ίδιο τον Βαξεβάνη που επιμένει πως στο Documento δεν υπάρχει άλλος οικονομικός προϊστάμενος; Μήπως στους… πολιτικούς προϊσταμένους της εφημερίδας; Ή αυτοί παρεμβαίνουν απλά για ζητήματα περιεχομένου και τα οικονομικά θέματα της εφημερίδας δεν τους αφορούν; Κάπου αλλού; Πάντως, όχι στον Καλογρίτσα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο…

Ερώτημα 2: Είναι ο Ηλίας Λιβάνης ο νέος Καλογρίτσας;

Στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού ο Ηλίας Λιβάνης επιχείρησε να εκμεταλλευτεί όλη αυτή την μιντιακή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και να δομήσει τον έτερο πόλο της μετά το Documento. Το όνομα «Νέα Σελίδα» που επέλεξε για το κεντροαριστερού προσανατολισμού φύλλο του ακόμα δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει στιβαρό όνομα στον χώρο των εφημερίδων, οι πωλήσεις του σπανίως πλησιάζουν τις 10.000 και στον εσωτερικό ανταγωνισμό με το Documento χάνει κάθε Κυριακή από τα αποδυτήρια. Οκτώ μήνες μετά το άνοιγμα της εν λόγω εφημερίδας, οι πρώτες απολύσεις και οι πρώτες μειώσεις είναι ήδη γεγονός. Το ότι αυτές συνέπεσαν χρονικά με τις απολύσεις και τις μειώσεις στο «Κόκκινο» για άλλους αποδίδεται σε ένα κακό παιχνίδι της τύχης αλλά για άλλους δεν είναι και τόσο τυχαίο. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι εκδόσεις Λιβάνη, μέσα από τις εκδοτικές τους υπηρεσίες στον ΣΥΡΙΖΑ, χειροτερεύουν ακόμα παραπάνω το ήδη κακό τους όνομα στην αγορά.

Τουλάχιστον, ο Λιβάνης είναι ένας κανονικός εκδότης με πολλά χρόνια στην πλάτη του, κάτι που σημαίνει πως για τη «Νέα Σελίδα» δεν προκύπτει ζήτημα ερωτήματος αναφορικά με τις πηγές της χρηματοδότησής της. Σωστά; Λάθος! Ο Λιβάνης είναι ένας πέρα για πέρα χρεωμένος επιχειρηματίας. Χρωστάει λεφτά σε πολύ κόσμο και η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεών του δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υγιής ούτε για αστείο. Πως γίνεται λοιπόν αντί να ακολουθήσει μια συντηρητική διαχείριση των οικονομικών του δεδομένων, αυτός να κάνει το αντίθετο και να ανοίγει εφημερίδα;

Με δεδομένο πως το σκάνδαλο Καλογρίτσα είναι ακόμα νωπό, μπορούν εύκολα να βγουν συμπεράσματα για το πως ο Λιβάνης επιχειρεί να μετατραπεί από χρεοκοπημένο εκδότη σε έναν εκ των βασικών μιντιαρχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και αν η «Νέα Σελίδα» δεν έχει ούτε στο ελάχιστο το μπάτζετ ενός τηλεοπτικού καναλιού, είναι δεδομένο πως χωρίς μια συγκεκριμένη πηγή εσόδων ο Λιβάνης δεν θα μπορούσε να βγάλει ποτέ εφημερίδα. Το ποια (ή ποιες…) είναι αυτή (ή αυτές…) δεν μπορούμε να το απαντήσουμε (αν και οι φήμες οργιάζουν) αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως υπάρχει και στις προσωπικές του συζητήσεις δεν το κρύβει ούτε ο ίδιος.

Πάντως, η «Νέα Σελίδα» του Λιβάνη, ένα συνονθύλευμα από non papers προερχόμενα από το Μαξίμου και σερβιρισμένα υπό μορφή ρεπορτάζ, είναι μια εφημερίδα πολύ χαμηλής ποιότητας για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά του ΣΥΡΙΖΑ έτσι όπως την θέλει. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα στελέχη του τελευταίου, που δεν βλέπουν με πολύ καλό μάτι το νταραβέρι με τον Λιβάνη, ανέφεραν από το περασμένο φθινόπωρο, ενώ η «Νέα Σελίδα» αριθμούσε μόλις τρεις μήνες ζωής, πως αυτό το φύλλο περισσότερο εκθέτει παρά αβαντάρει το κόμμα τους.

Παρά τις προαναφερθείσες γκρίνιες πάντως, φαίνεται πως ο εκδότης της «Νέας Σελίδας» δεν πονοκεφαλιάζει για ζητήματα ποιότητας. Θέλει απλά να έχει καλούς φίλους στην Κομμουνδούρου, να μην τους κακοκαρδίζει και από εκεί και πέρα, αν το αναγνωστικό κοινό γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη στο εγχείρημά του, δεν χάθηκε και ο κόσμος. Το πολύ-πολύ να κλείσει η εφημερίδα. Όσο υπάρχει (και χρηματοδοτείται από κάπου…), ο Λιβάνης μόνο κερδισμένος είναι. Είναι πολλά τα χρέη προς τρίτους άλλωστε για να μπαίνουμε σε διαδικασία να φτιάχνουμε αληθινές εφημερίδες με αληθινό ρεπορτάζ. Ένα ρεπορτάζ βέβαια μπορεί να είναι και αληθινό και προπαγανδιστικό αλλά αυτό απαιτεί μια τέχνη που οι άνθρωποι του Λιβάνη δεν μπορούν καν να κατανοήσουν. Και ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται καν αφού αυτό που τoν απασχολεί είναι, μέχρι να κλείσει η εφημερίδα του, να έχει απαλλαγεί ο ίδιος από όσα περισσότερα χρέη γίνεται. Μέχρι τότε μια κακή εφημερίδα μεν, με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και άρα πηγή εσόδων δε, δεν τον χαλάει καθόλου.

Ερώτημα 3: Τελικά γιατί τόση καούρα να κλείσει το «Κόκκινο»;

Ο Δημήτρης Μάρης είναι με διαφορά ο πιο επιτυχημένος μιντιάρχης της νέας εποχής στα ΜΜΕ. Η Media24, ο δημοσιογραφικός όμιλος-θαύμα που ηγεμονεύει με χαρακτηριστική ευκολία στο χώρο του διαδικτύου τα τελευταία χρόνια, ήταν ένα από τα… μαγαζιά που ήθελε να συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Διατηρώντας δηλαδή μια ουδετερότητα απέναντι στα πράγματα, υποστηρίζοντας χαλαρά το κυβερνητικό πρόγραμμα με ολίγη κριτική και δομώντας μια εναντίωση στην Νέα Δημοκρατία.

Το γεγονός ότι επιχειρηματικά η Media24 είναι ένας επιτυχημένος όμιλος, που δεν ψάχνεται κάθε τρεις και λίγο για έκτακτες οικονομικές ενέσεις, είναι ένα επιπλέον προσόν. Για πάρα πολύ καιρό μάλιστα, ο ραδιοφωνικός σταθμός του ομίλου, το «Ραδιόφωνο 247», υπήρξε η βασική επιχειρηματολογία για την υποτίμηση του «Κόκκινου» από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ.

Με τον παλιό διευθυντή του «Κόκκινου», Κώστα Αρβανίτη να ηγείται του προγράμματος του «Ραδιοφώνου 247» και πολλούς φιλοσυριζαίους και αντί-δεξιούς παραγωγούς να έχουν στελεχώσει το πρόγραμμα του σταθμού, άπαντες θεώρησαν πως ο επίσημος ραδιοφωνικός σταθμός του ΣΥΡΙΖΑ έχει πάψει να έχει τον οποιοδήποτε λόγο ύπαρξης. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι η νέα ραδιοφωνική στέγη του Αρβανίτη μπορούσε να παράξει το ίδιο αποτέλεσμα ακολουθώντας τη νέα στρατηγική του κόμματος.

Το γεγονός ότι όσο ο Αρβανίτης ήταν διευθυντής στο «Κόκκινο» ήταν και αυτός που με τις παράλογες αποφάσεις του και την καταστροφική οικονομική διαχείρισή του, έφερε τον σταθμό ένα βήμα πιο κοντά στο χείλος της καταστροφής είναι κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε διατεθειμένος να ξεχάσει.

Μόνο που ένα μικρό προβληματάκι κάνει και πάλι την εμφάνισή του τελευταία. Η ακροαματικότητα του «Ραδιοφώνου 247» δεν είναι ακριβώς αυτή που περίμεναν στην Κομμουνδούρου. Ο νεός σταθμός διοίκησης Αρβανίτη όχι απλά κάνει πολύ μικρά νούμερα αλλά για την ακρίβεια, κάνει τα μισά ακριβώς από αυτά του «Κόκκινου»! Με άλλα λόγια, ο παλιός και παρωχημένος σταθμός του ΣΥΡΙΖΑ που ο τελευταίος θέλει να κλείσει, διαλύει σε επίπεδο ακροαματικότητας τον βασικό του ανταγωνιστή!

Φυσικά, κάπως έτσι αδυνατίζει και η επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στους εργαζόμενους του «Κόκκινου» που επιχειρούσε να χρησιμοποιήσει τον Αρβανίτη όχι μόνο εργαλειακά μέσω της νέας του «ουδέτερης» ραδιοφωνικής προσπάθεια, αλλά και ως «μπαμπούλα» που εξαιτίας του το «Κόκκινο» οδεύει προς κλείσιμο. Η αλήθεια είναι πως ο Αρβανίτης περισσότερο κακό έκανε στο «Κόκκινο» ως διευθυντής του παρά ως (βολικός και παρουσιαζόμενος ως) ανταγωνιστής του. Και κάπως έτσι, η αφήγηση που θα νομιμοποιούσε από απολύσεις και μειώσεις μισθών μέχρι και οριστικό κλείσιμο του «Κόκκινου» και θα έλυνε τα χέρια του ΣΥΡΙΖΑ, πάει περίπατο.